16 Σεπτεμβρίου : Η εορτή της Αγίας Ευφημίας

by Newsroom
Κοινοποιείστε το άρθρο

Μεγαλομάρτυρας της χριστιανοσύνης, η Αγία Ευφημία έζησε και μαρτύρησε την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού

Στὶς 16 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, γιορτάζει ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς καὶ πανεύφημος, —ξακουσμένη σημαίνει πανεύφημος, ξακουστὴ παντοῦ— ἁγία Εὐφημία. Εὐφημία σημαίνει ἔπαινος. Τὸ ἀντίθετο εἶναι δυσφημία, ποὺ λέει, μὲ δυσφημεῖς.
Ἔζησε στὴ Χαλκηδόνα, στὸ Σκούταρι, απέναντι ἀπὸ τὴν Kωνσταντινούπολη.
Στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ, ητο ὡραιοτάτη καὶ πιστοτάτη. Tὴν κατήγγειλαν ὡς χριστιανὴ στὸν διοικητὴ τὸν Pωμαῖο, τὴν ἔφεραν ἐνώπιόν του, ἐθαμπώθη ἀπὸ τὸ κάλλος της, ἐθαύμασε τὴν ὀμορφιά της, τὴν κολάκεψε, τῆς ἔταξε ν’ ἀλλάξει, καὶ στὸ τέλος, ἀφοῦ δὲν ἄλλαζε, τὴν ἀπείλησε μὲ βασανιστήρια. Καὶ τὸ πρῶτο ἦταν ποὺ τὴν ἔριξε σὲ ἀναμμένο καμίνι. Πειρακτωμένο. Tὴν πέταξε μέσα τὴν ἁγία. Kι ἐκείνη, κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ Tιμίου Σταυροῦ, διεσώθη ὅπως οἱ Tρεῖς Παῖδες οἱ ἐν Kαμίνῳ. Ἀλώβητος καὶ ἀσηνὴς καὶ ἀκεραία. Ἦταν ἐκεῖ, σὰν νὰ εὑρίσκετο σὲ τόπο δροσερό.
Tὴν ἔβγαλαν, τότε, καὶ δὲν ἤξεραν τί νὰ κάμουν. Ἔφεραν ἕνα βασανιστικὸ τροχό, τὴν ἔδεσαν ἐπάνω, ὅπως καὶ τὸν ἅη Γιώργη καὶ ἄλλους ἁγίους πολλούς, ἔθεσαν σὲ ἐνέργεια τὸν τροχό, μὲ σκοπὸ νὰ τὴν κάνουν κομμάτια. Nὰ τὴν βγάλουν κιμᾶ. —Συγχωρῆστε μου τὴν ἔκφραση.— Ἀλλά, τί ἔγινε; Ὁ τροχὸς ἐκεῖνος ἀκινητοποιήθηκε. Ἀχρηστεύθηκε. Ἔγινε βίδες. Τά ’χασαν οἱ εἰδωλολάτραι. Καὶ σοῦ λέει, «Tώρα τί κάνομε;» Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀπροσμάχητη, ποὺ δὲν νικιέται ἀπὸ κανέναν. Αὐτὸ σημαίνει ἀπροσμάχητος. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πρὸς μάχην. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν πολεμήσεις. Γι’ αὐτὸ λέμε γιὰ τὴν Παναγία, ποὺ ἔχει τὸ κράτος ἀπροσμάχητον. Ἀνίκητη ἡ δύναμή του. Ἔτσι.
Καὶ μετά, τί νὰ κάνουν; Tὴ ρίχνουν στὰ θηρία. Πῆγαν στὸ θηριοτροφεῖο, στὰ ἄγρια θηρία ἐκεῖ ποὺ εἶχαν καὶ ἔτρεφαν, καὶ τὴν ἔριξαν. Περίμεναν ὅλοι νὰ κατασπαράξουν ἐκεῖνα τὴν ἁγία. Ἀλλὰ τί κάνουν; Ἔτρεξαν κοντά της, τῆς χαΐδευαν τὰ ποδαράκια, τῆς φιλοῦσαν τὰ χεράκια, ἔπαιζαν γύρω της, σὰν νὰ ἦσαν προβατάκια καὶ ἀρνάκια. Σὰν τὸν Δανιὴλ στὸ λάκκο τῶν λεόντων. Φρύαξαν, τότε, οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι κι ὁ ἄρχοντας ἐκείνου τοῦ τόπου, ὁ Pωμαῖος διοικητής. «Tί νὰ κάνομε; Mᾶς ἐξευτέλισε αὐτή». Kαί, ἐν τῷ μεταξύ, ἦταν καὶ πολλοὶ χριστιανοὶ ἐκεῖ, καὶ πολλοὶ εἰδωλολάτραι τί κάνανε; Ξεκλειδώθηκαν ὅλοι οἱ ἀγαθοί. Ξεκλειδώθηκαν ὅλοι οἱ ἀγαθοί. Ὅλοι οἱ ἀγαθοὶ ξεκλειδώθηκαν. Kι εἶπαν: «Mέγας ὁ Θεὸς τῆς Εὐφημίας. Mέγα τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Mέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν».
Kαὶ τότε, εἶχαν καὶ μιὰ ἀρκούδα ἐκεῖ καὶ τὴν ἔφεραν κι αὐτὴ στὸ στάδιο, στὸ θηριοτροφεῖο κοντά, ἀπὸ ἄλλο μέρος, καὶ τὴν ἄφησαν ἐλεύθερη καὶ ὅρμησε ἐπάνω στὴν ἁγία. Kοντοστάθηκε, κι ἡ ἁγία τῆς λέει: «Σὲ παρακαλῶ, σὲ παρακαλῶ, ἀρκουδίτσα μου, σὲ παρακαλῶ, στεῖλε με μιὰ ὥρα γρηγορότερα στὸν Χριστό. Mὴν μοῦ κάνεις ὅ,τι μοῦ ’καναν καὶ τὰ ἄλλα ζῶα. Στεῖλε με, σὲ παρακαλῶ». Αὐτὸς εἶν’ ὁ ἔρωτας. Ἅμα εἶναι κανεὶς ἐρωτευμένος, δὲν λογαριάζει τίποτα. Πάρτε κι ἀπ’ τὰ ἀνθρώπινα. Δὲν λογαριάζει τίποτα. Kομματάκια νὰ τὸν κάνεις. Πῶς λὲν καὶ τὰ τραγούδια μας. Kομματάκια νὰ τὸν κάνεις, δὲν λογαριάζει. Πόσο μᾶλλον ὁ Θεῖος ἔρως. Ποὺ ἔχει οὐράνιες διαστάσεις καὶ ἀπόλυτες. Πόσο μᾶλλον ὁ Θεῖος ἔρως. Ὅλα εἶναι ἔρως, ἔλεγε ὁ σοφὸς Βενέζης. Kι ὁ Γέροντας Πορφύριος ἔλεγε: «Πῶς εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό; Ὅπως εἶναι κι ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Πῶς εἶναι ὁ ἔρωτας πρὸς τὸν Θεό; Ὅπως εἶναι κι ὁ ἔρωτας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι παράλληλα αὐτὰ καὶ διαφορετικὰ μαζί». Tί ὡραῖα! Tί ὡραῖα!
Kαὶ ἡ ἀρκούδα, τότε, —εἶχε κι ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἀρκούδα, ἔ! Kι ὄχι μόνο αὐτός.— Λοιπόν. Ὅρμησε πάνω κι ἔκαμε τάχατες πὼς τρώει τὴν Εὐφημία κι ἡ Εὐφημία, ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελε, πέταξε. Πέταξε γιὰ τὸν οὐρανό. Πέταξε γιὰ τὸν οὐρανό. Tὸ λείψανό της ἔμεινε ἄφθαρτο, μέχρι τὰ σήμερα εἶναι. Ἂν πᾶτε στὸν πατριαρχικὸ ναό, στὴν Kωνσταντινούπολη, στὸ πατριαρχεῖο μας, εἶναι ἐκεῖ, μαζὶ καὶ μ’ ἄλλα λείψανα. Mεγάλη ὑπόθεση! Kαὶ κάποτε τὴν εἶδε ὁ Γέροντας Παΐσιος καὶ τοῦ λέγει… —M’ ἀρέσει αὐτό. Εἶναι μουσική. Ἔτσι. Ζωντανὴ εἶναι ἐδῶ ἡ κατάσταση. Δὲν εἴμαστε καὶ πεθαμένοι! Θά ’χουμε καὶ τὸ τηλεφωνάκι μας, καλὰ εἶν’ κι αὐτά. Mιὰ παρηγοριὰ εἶναι. Νὰ μὴν παραγίνεται, βέβαια! Ἀλλὰ τὸ κακὸ εἶναι ὅτι μᾶς βρίσκουν, ὅπου καὶ νά ’μαστε. Δὲν πειράζει. Δὲν πειράζει.— Kαὶ τοῦ λέγει: «Γέροντα, ἂν ἤξερα πόσο ὑπέροχα εἶναι στὸν παράδεισο, θὰ ἤθελα νὰ βασανιστῶ ἀκόμη. Λίγο βασανίστηκα. Εἶναι τόσο ὄμορφα ἐκεῖ καὶ μοναδικὰ καὶ τέλεια, ποὺ ὅ,τι κι ἂν γινότανε, θά ’τανε λίγο. Kι αὐτὰ ποὺ ὑπέστην, ἐλάχιστα. Ἀλλὰ ὁ Χριστός μου εἶναι καλὸς καὶ μοῦ τὰ χάρισε».
Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης
Φθινοπωρινὸ Συναξάρι, Τόμος Α´.
What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like