Αποχαιρετούμε αυτόν που γκρέμισε τα πάντα, χωρίς να χαλάσει τίποτα. Για τον Μίκη

by Newsroom
Κοινοποιείστε το άρθρο

Αποχαιρετούμε αυτόν που γκρέμισε τα πάντα, χωρίς να χαλάσει τίποτα. Για τον Μίκη

Πώς να κάνεις μνημόσυνο σε έναν αθάνατο;

Και πόσα να γράψεις για έναν άνθρωπο που χώρεσε σε μια ζωή δέκα ζωές;

Πώς να αποχαιρετήσεις τον φίλο, τον πνευματικό σου μέντορα που άλλαξε την στάση σου στη ζωή και την πολιτική;

Για να αναλυθεί, να αποτιμηθεί και να επεξεργαστεί ολόκληρο το μουσικό και πνευματικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη θα χρειαστούν περισσότερα χρόνια από όσα έζησε!

Το εύρος και βάθος της μουσικής του είναι ακόμη ανεξερεύνητο, τέτοιο μάλιστα που δεν συναντάται σε άλλον συνθέτη παγκοσμίως. Έγραψε τα πάντα, όταν οι μεγάλοι συνθέτες στον κόσμο είχαν την έφεση μόνο σε ένα είδος. Έγραψε πάνω από 4.000 συνθέσεις, ορατόρια, μουσική δωματίου, μουσική για συμφωνική ορχήστρα, κλασσική μουσική, όπερα, βυζαντινή, δημοτική μουσική και βεβαίως… λαϊκά τραγούδια.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν δώρο των ουρανών. Ένας ενσαρκωμένος άγγελος. Ήρθε στη γη με συγκεκριμένη αποστολή, και την εκτέλεσε στο ακέραιο.

Η μουσική και πολιτική του παρακαταθήκη είναι γεμάτη από επαναστατικές πράξεις. Ρηξικέλευθος και ριζοσπάστης, ένα ανοιχτό μυαλό πέρα από τετριμμένα και πεπατημένες. Ήρθε για να αλλάξει τον κόσμο και, τον άλλαξε.

Μελοποίησε την ποίηση. Την έβγαλε από τα βιβλία και την έκανε βιωματική σπουδή του Λαού. Την απόσχισε από την «πνευματική ελίτ» και την έφτιασε τραγούδι να την ακούσουν όλοι. Ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης φτερούγισαν από τις σκονισμένες βιβλιοθήκες και μπήκαν στις καρδιές των Ελλήνων. Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Μπρένταν Μπίαν έγιναν κελάιδισμα που χτύπησε σαν αντίλαλος σε αρχαίο βράχο, σαν αχός από μυστικό δείπνο με τους «παλιούς φίλους», τους αρχαίους προγόνους κι επέστρεψε ως ένα ακόμη δώρο τους στον κόσμο.

Αυτό ήταν μια επαναστατική πράξη.

Έβγαλε την βυζαντινή μουσική από τις εκκλησιές και την έφερε σε υπόγεια σκοτεινά με πρόστυχους καπνούς, σε καπηλειά, σε ταβέρνες και σε «κέντρα διασκέδασης», εκεί που δεν ακούγονταν μέχρι τότε θείες λειτουργίες. Αυτός, έκανε τον λαό να ψάλει στους δρόμους σε λιτανείες της Ελευθερίας και Δημοκρατίας. «Ο Μίκης έφερε κυριολεκτικά το Βυζάντιο στη ζωή μας και το ανέδειξε ως κοσμική πραγματικότητα πρωτοπορίας. Όχι με την στενή έννοια της Βυζαντινής Μουσικής (μόνο), αλλά σε σχέση με ό,τι παρήγαγε ως ελληνική οικουμένη αυτή τη μουσική, διότι η μουσική δεν παράγεται ως αποτέλεσμα έμπνευσης κάποιου, αλλά ως κάτι που βγαίνει μέσα από την ζωή των ανθρώπων που την βιώνουν» (Γ. Κοντογιώργης).

Μετάλαβε τον Λαό, ο δια Λαόν σαλός.

Αυτό ήταν μια επαναστατική πράξη.

«Απενοχοποίησε» το μπουζούκι, το μέχρι τότε «παρεξηγημένο», αυτό με το οποίο ο λαουτζίκος, η εργατική τάξη, η φτωχολογιά έκλαιγε, ερωτεύονταν, γελούσε και διασκέδαζε. Το έβαλε δίπλα σε «ευγενή» και «λόγια» όργανα της αριστοκρατικής τάξης. Το έκανε κοντσέρτο σε συμφωνική ορχήστρα. Πολλοί ποιητές (ειδικά ο Σεφέρης, αλλά και ο Ρίτσος), δεν ήθελαν το μπουζούκι αρχικά, του εξέφρασαν τις σοβαρές «ανησυχίες» τους. Ήταν «υποτιμημένο» όργανο, με αυτό έπαιζαν ρεμπέτικα και χασικλίδικα στις τρούμπες, δεν θα μπορούσε να παιχτεί δα ποίηση μ’αυτό. Αυτός όμως έστησε πάνω σ’αυτό τα έργα τους, ενάντια σε κάθε «λογική» τω καιρώ εκείνο.

Αυτό ήταν μια επαναστατική πράξη.

Έκανε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι, παγκόσμιο, το έβαλε στα χείλη όλων αυτών που έκαναν την νεολαία ολόκληρου του κόσμου να παραληρεί στο άκουσμά τους. Το έβαλε στα στόματα των Beatles, της Joan Baez, της Edith Piaf, της Ίβα Τζανίκι, των Savage Republic. Έφερε την ελληνική μουσική στο Χόλλυγουντ με τον Al Pacino. Όλος ο κόσμος τραγουδούσε Ελλάδα.

Αυτό ήταν μια επαναστατική πράξη.

Έβαλε τον Χιώτη και τον Μπιθικώτση δίπλα στην κρατική ορχήστρα, αυτή που μέχρι τότε έπαιζε σε κοσμικές εκδηλώσεις για την αθηναϊκή «καλή» κοινωνία. «Μανώλη, -λέει στον Χιώτη ο Μπιθικώτσης- πώς μπορούμε εμείς να τραγουδήσουμε Επιτάφιο και κλαίει η μάνα μου στο μνήμα… θα ξεφτιλιστούμε, πάμε να φύγουμε από δω, δεν είμαστε εμείς για τέτοια»! Κι όμως, ναι αυτός, «του βοτανικού ο μάγκας» έγινε η φωνή της ρωμιοσύνης. Δεν διάλεξε κάποιον «σπουδαγμένο» σε ακριβά κονσερβατόρια, αλλά κάποιον που θα έφευγε οικονομικός μετανάστης στον Καναδά να γίνει εκεί υδραυλικός. Μπήκαν οι «μάγκες» στα αρχαία αμφιθέατρα και τραγούδησαν τους ποιητές με τις πενιές τους. Ανατρίχιασαν τ’αρχαία μάρμαρα με τις διπλοπενιές τους. Έκλαψε ο λαουτζίκος μαζί με την ελίτ, δίπλα-δίπλα πάνω στις αρχαίες πέτρες.

Αυτό ήταν μια επαναστατική πράξη.

Μελοποίησε την αρχαία τραγωδία και την έκανε όπερα. Την Μήδεια, την Ηλέκτρα, την Αντιγόνη, την Λυσιστράτη. Φεύγει με το παράπονο ότι ειδικά η όπερά του παραμένει ακόμη άγνωστη στην Ελλάδα. «Έντυσε» τους αρχαίους τραγικούς με βυζαντινή μουσικότητα για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους σήμερα τί θα συμβεί αύριο.

Αυτό ήταν μια επαναστατική πράξη.

Η μουσική του έχει μια μεταφυσική αύρα, μια υπερβατική συναισθηματική δυναμική, εμπεριέχει στοιχεία που δεν μπορεί να είναι από τον κόσμο τούτο.

Δεν είναι μουσική για να σε διασκεδάσει, αλλά για να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, βγάζει από μέσα σου ό,τι καλό έχεις και καταπνίγει ό,τι κακό σε κατατρώγει. Την ακούς κι αναθαρρεύεις, σου δίνει ελπίδα, σε εμψυχώνει, σε αντρειεύει, σε απογειώνει, σε ανατριχιάζει, σε κάνει να σκεφτείς και να αναστοχαστείς, ξυπνάει μέσα σου θεριά κι αγρίμια, σου λέει,

κουνήσου, δεν έχεις το δικαίωμα να είσαι πεσμένος με όρθια τα πεθαμένα σου, δεν μπορείς να είσαι γονατιστός όταν οι νεκροί σου είναι ολόρθοι.

Δεν έγραψε απλά μελωδίες. «Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς αυτά τα λόγια με άλλη μουσική, αλλά ούτε και αυτή τη μουσική με άλλα λόγια». Άγγιξε το μουσικό απόλυτο!

Πέρα όμως από την μουσική, η πολιτική παρακαταθήκη του Μίκη Θεοδωράκη θα είναι για μένα προσωπικά, η κιβωτός της διαθήκης, το ιερό δισκοπότηρο της πολιτικής σκέψης.

Καταλαβαίνω, ότι του καταλογίζεται αντιφατικότητα και παλινδρόμηση. Όσοι όμως τον διαβάσαμε και τον ζήσαμε από κοντά θα διαφωνούμε πάντα σε αυτό και με αυτούς που δεν τον κατάλαβαν.

Το συγγραφικό του έργο είναι εκεί για να διαβαστεί και είναι τεράστιο. Μεγαλύτερο ίσως κι από το μουσικό! Περίπου 50.000 σελίδες βιβλίων και άρθρων.

Ας το διαβάσουμε πρώτα και μετά ας κρίνουμε. «Το Χρέος» (τρίτομο), «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου» (τετράτομο), «Μονόλογοι στο λυκαυγές», «Να μαγευτώ να μεθύσω», «Δημοκρατική και συγκεντρωτική αριστερά», «Οι μνηστήρες της Πηνελόπης», «Περί τέχνης», «Στη διαλεκτική της αρμονίας», «Ελληνικότητα και «διανόηση»» (συλλογικό έργο), «Συμπαντική αρμονία, μουσική κι επιστήμη», «Σπίθα: Για μια Ελλάδα ανεξάρτητη και δυνατή», «Πού να βρω την ψυχή μου, τέχνη και πολιτισμός» κοκ.

Όποιος θέλει να του καταλογίσει παλινδρόμηση και αναθεωρητισμό ας τα διαβάσει πρώτα πριν κρίνει με δημοσιογραφική διάθεση και καφενειακή επιδερμικότατα την πολιτική παρακαταθήκη του ανδρός.

Ήταν βαθειά ιδεαλιστής.

Και ήταν τούτο άλλη μια επαναστατική πράξη που έφερε σε αμηχανία πολλούς από τους συντρόφους του, του ιστορικού υλισμού. Δεν ήταν τώρα πια μόνο «οι υλικοί όροι, τα μέσα παραγωγής» αυτά που ορίζουν τον κόσμο, η βάση των πάντων, ο λόγος για τους αγώνες του Λαού. Ήταν η ιστορική και εθνική του αυτογνωσία, η παράδοση αιώνων, η γλώσσα, το έθος, η θρησκευτικότητα, τα ήθη και έθιμα, η ευθύνη στους νεκρούς, το χώμα που πατάμε, οι πέτρες που κλωτσάμε, πράγματα επουσιώδη στη μαρξιστική θεωρία.

Ήταν ο ιδεολόγος της πατριωτικής αριστεράς, της «αληθινής αριστεράς» όπως έλεγε ο ίδιος.

«Αριστερά που δεν είναι πατριωτική δεν μπορεί να λέγεται αριστερά».

Αυτή, την αληθινή αριστερά ξεχάσαμε σήμερα και αντικαταστήσαμε από την «αριστερά» του εθνομηδενισμού και της αρνησιπατρίας, της «αριστεράς» που υπέγραψε την ιστορική δικαίωση της φασιστικής επανάστασης του Ίλιντεν, της «αριστεράς» των ανοιχτών συνόρων, της «αριστεράς» που βλέπει παντού «φασίστες» στην Ελλάδα, αλλά δεν τους βλέπει στην Τουρκία, στα Σκόπια, στην Αλβανία και στους εμπόρους ανθρώπινων ψυχών των ΜΚΟ.

Τον «κλαίνε» κι αυτοί σήμερα, οι μνηστήρες της Πηνελόπης, όπως τους κατονόμασε.

Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν διαχώριζε ανάμεσα στον ταξικό και εθνικό αγώνα. Θεωρούσε αυτές τις δύο μορφές αγώνα ενιαίες, ομοούσιες κι αδιαίρετες. Δεν μπορούσε να συνυπάρξει η έννοια του Δημοκράτη χωρίς την έννοια του Πατριώτη. Κάθε κοινωνικός αγώνας είναι ταυτόχρονα και εθνικός αγώνας και αντιστρόφως, ο εθνικός αγώνας είναι κοινωνικός αγώνας.

Ήταν ένας διεθνιστής-πατριώτης όπως έλεγε. Κι αυτό δεν είναι αντίφαση, αλλά ταυτολογία.

«Δεν μπορώ να αγαπήσω τις πατρίδες των άλλων αν πρώτα δεν αγαπήσω τη δική μου».

Η αγάπη για την Πατρίδα ήταν τώρα η βάση των πάντων, αυτή που ορίζει τον κόσμο, ο λόγος για τους αγώνες του Λαού, η δική μας Πατρίδα, «αυτή η Πατρίδα που σέβεται και αγαπά όλες τις Πατρίδες του κόσμου».

Όταν όμως την σέβονται κι αυτές.

Η εθνική ανεξαρτησία και η πατριωτική αναγέννηση οδηγούν στην λαϊκή κυριαρχία. Το έθνος είναι η συλλογική συνείδηση της κοινωνίας. Δεν νοείται Έθνος χωρίς Λαό και Λαός χωρίς Έθνος.

Δεν ξέρω πόσα χρόνια θα περάσουν για να ξαναγεννηθεί ένας τέτοιος Έλληνας.

Ένα όμως κρατώ, το χρέος της ευθύνης, το αβάσταχτο βάρος της Ελλάδας, την στάση μου απέναντι στη μετριότητα της εποχής μου.

Αντίο παλιόφιλε, τώρα πια δεν μπορεί να σε βασανίσει κανείς, θα σε καλούμε πάντα με φοβέρες και μ’ αίματα μέχρι να δούμε τους «στρατοδίκες» να καίνε σαν κεριά στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.

Του Ανδρέα Τσιφτσιάν, Οικονομολόγου
What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like