Αποχαιρετούμε τον Μίκη Θεοδωράκη

Κοινοποιείστε το άρθρο

Αποχαιρετούμε τον Μίκη Θεοδωράκη

Στις 21 Αυγούστου πιάστηκα στο Χαϊδάρι.

Στην οδό Μπουμπουλίνας, στο 4ο πάτωμα,  στο κελί αριθμός 4, περίμενα το μαρτύριο και τον θάνατο. Καθώς ο χρόνος κυλούσε επίμονα και βασανιστικά, έβλεπα με το νου μου, καθαρά, την εικόνα της τελευταίας στιγμής.

Τι θα φώναζα σε αυτήν τη στιγμή του τέλους;  Αυτή η σκέψη μου, έγινε τυραννική. Ζήτω η ζωή! Ζήτω η ζωή! Ζήτω η ζωή! Να φωνάξω άραγε ”Ζήτω η αγάπη;” Σκεφτόμουν πως έμεινα ένας αδιόρθωτος ρομαντικός. Υπάρχει ζωή! Υπάρχει ζωή! Όλα υπάρχουν! Η Ελλάδα, το Μέτωπο, το Κόμμα!

Ένας φρουρός έμενε πάντα μέσα στο κελί μαζί μου. Κάποτε ο φρουρός συμφωνούσε. Πιο συχνά είχε άλλη γνώμη. Η συζήτηση εξακολουθούσε δίχως τέλος. Τα μεσημέρια η ζέστη ήταν φρικιαστική. Υπέφερα τρομερά. Κοιμόμουν πάνω στο τσιμέντο γυμνός, όπως τη στιγμή που με πιάσανε. Για προσκεφάλι είχα τα παπούτσια μου.

Τα γένια μου είχαν μακρύνει και με τρώγανε. Έτρωγα λίγο. Δίχως πιρούνι ή κουτάλι. Με τα χέρια.  Ήμουν βρώμικος. Κάποτε καθόμουν στην καρέκλα. Το μοναδικό ”έπιπλο”. Άλλοτε βάδιζα. 500 βήματα καθέτως. 500 κυκλικά. Μετρούσα τα κάγκελα.

Αν τους κοιτάξω κατευθείαν μέσα στα μάτια θα ντραπούν; Οφείλουν να ντραπούν. Πότε θα με πάρουν; Αυτή την αγωνία ακολουθούσε μια ανεξήγητα παθιασμένη ευφορία. Ήμουν ευτυχής. ”Στο τέλος – τέλος ο θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός, ίσως να είναι όμορφος”, λέω στον φρουρό μου.

Όμως με τον ερχομό της καινούργιας μέρας, μόλις χτυπούσε ο ήλιος, η ζωή έπαιρνε πάλι τα δικαιώματά της. Η ζωή με νικούσε. Τα πρόσωπα των παιδιών μου διαπερνούσαν τη σκέψη μου. Θα ήταν για πάντα ορφανά και ο πόνος θα κατοικούσε για πάντα στα όμορφα μάτια τους. Έδιωχνα αυτή την εικόνα.

Το κεφάλι πονούσε. Μέσα στους παραδείσιους κήπους του κρανίου μου, κίτρινος ήλιος ταξιδεύει τα φτερά του χρόνου. Κλαίω. Φωνάζω! Η καρδιά μου ξαλαφρώνει. Ίσως με σκέφτονται. Κανένας δεν ξέρει πως βρίσκομαι εδώ. ”934 303” – ”934 303” φωνάζω. Ίσως κάποιος ακούσει  και τηλεφωνήσει… Ο Μίκης ζει.

Στις 4 Σεπτεμβρίου, μού έφεραν χαρτί και μολύβι. Τότε έγραψα 32 ποιήματα. Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου, ένιωσα πόσο οι λέξεις  μπορεί να ντυθούν στο αίμα. Πόσο μπορεί να με λυτρώσουν. Είμαι δημιουργός.  Νικώ το χρόνο και τον θάνατο. Είμαι ο Χρόνος. Να γιατί ο Ήλιος και ο Χρόνος έγιναν ο κύκλος της ζωής και του θανάτου.

Τελικά έγιναν ο νικητήριος κύκλος. Νίκη πικρή, γιατί η ψυχή του ποιητή πονά για όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και γι’ αυτούς  που τον μισούν και τον βασανίζουν.

 

Μίκης Θεοδωράκης, Το χρέος. Η αντίσταση – η ανάλυση – η δημιουργία, Εκδόσεις ΠΕΚ, 2011

 

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like