Δημήτρης Πλαπούτας: Ο ακούραστος κλέφτης αγωνιστής πέθανε σαν σήμερα το 1864

Κοινοποιείστε το άρθρο

Δημήτρης Πλαπούτας: Ο ακούραστος κλέφτης αγωνιστής πέθανε σαν σήμερα το 1864

«Πάψε Ρουφιά το βογκητό, στρέψε τα κύµατά σου
Να ‘χει στου Λάλα ελεύθερο το πέταµα η ψυχή µου.
Ξέρεις εκεί ποιος κείτεται… Δεν θέλω τα νερά σου,
ποτάµι, ν’ ανταριάζονται, ν’ αρπάζουν το φιλί µου
όταν εδώθε θα πετά να τον καλονυχτίζει.
Πάψε Ρουφιά το βογκητό! Σίγησε, µην τολµήσεις τ’ αδέλφια να χωρίσεις,
γιατί ο Πλαπούτας και νεκρός κρατεί το µετερίζι».
(Αριστολέλης Βαλαωρίτης, «Επιτάφιον Δημητρίου Πλαπούτα», 1867)

Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συμμετείχε σε αμέτρητες μάχες με αμείωτη αγωνιστικότητα. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Στάθηκε δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη σε όλη του τη ζωή, από την πρώτη αναμέτρησή του με τους Τούρκους έως και την ατιμωτική για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος καταδίκη και των δύο με την κατηγορία της συνωμοσίας. Πρόκειται για τον «φιλοπόλεμο στρατηγό», κατά τον Φωτάκο, Δημητράκη Πλαπούτα. Εφέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τον θάνατό του.

Η καταγωγή, οι πρόγονοι

Ο Δημήτρης (Δημητράκης) Πλαπούτας γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1786 στην Παλούμπα Γορτυνίας στην Αρκαδία. Ήταν δευτερότοκος γιος του κλεφταρματολού Νικόλαου-Κόλια Πλαπούτα.
Ο Κόλιας (Νικόλας) Πλαπούτας, γεννήθηκε στο χωριό Σουλιµά της Τριφυλίας το 1735. Ο πατέρας και γενάρχης της οικογένειας που σύσσωμη ρίχτηκε στον αγώνα για την ανεξαρτησία, ήταν Αρβανίτης. Προερχόταν από τους φοβερούς Ντρέδες της Τριφυλίας. Οι Ντρέδες είχαν μετακινηθεί από την Ήπειρο τον 14ο αιώνα στη Βόρεια Μεσσηνία, στα ορεινά, ύστερα από πρόσκληση των δεσποτών του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνού και Θεοδώρου Α’ Παλαιολόγου, προκειμένου να πυκνώσει ο πληθυσμός σε εκείνα τα μέρη, που είχε αποδεκατιστεί από τις αρρώστιες. Οι Ντρέδες ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, επαγγελματίες στρατιώτες, και εξελίχθηκαν στους πλέον περιβόητους κλέφτες της Πελοποννήσου.

Ο Κόλιας λέγεται ότι είχε ασυνήθιστη σωµατική δύναμη, πρωτόγονους τρόπους και βίαιο χαρακτήρα. Όταν ήταν νεαρός διέπραξε φόνο και, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες, άφησε πίσω του το επάγγελµα του βοσκού και εξελίχθηκε σε έναν από τους επιφανέστερους Πελοποννήσιους κλεφτοκαπεταναίους της προεπαναστατικής περιόδου, ενώ διετέλεσε και κάπος των Δεληγιανναίων στην επαρχία Καρύταινας. Ο πατέρας του Δημήτρη Πλαπούτα συµµετείχε στα Ορλωφικά (1769-1770) και στη συνέχεια  (1779) έλαβε µέρος -µαζί µε τα σουλτανικά στρατεύµατα- στην εξάλειψη των Αλβανών, οι οποίοι, αφού κατέστειλαν την εξέγερση, ταλαιπωρούσαν τόσο τους χριστιανικούς όσο και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
Με την έναρξη του Αγώνα, ο Κόλιας κήρυξε την επανάσταση στο χωριό Μπέτσι, ενώ παρευρέθηκε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, δίχως να πολεμήσει, καθώς το 1821 ήταν ήδη 85 ετών. Πέθανε στη Στεµνίτσα το 1827. Ο Κόλιας απέκτησε τέσσερις γιους: τον Γιωργάκη και τον Δηµητράκη από τη νόµιµη σύζυγό του, Κυράτσω, το γένος Τζώρτζη, και τον Παρασκευά και τον Θανάση από την επίσηµη ερωµένη του, Λιόσα.    

Ο δευτερότοκος γιος του Κόλια Πλαπούτα και της νόμιμης συζύγου του Κυράτσως Τζώρτζη, Δημήτρης, γεννήθηκε στην Παλούμπα Αρκαδίας, όπου και πέθανε στις 27 Ιουλίου του 1864. Από μικρή ηλικία συνδέθηκε µε την οικογένεια Κολοκοτρώνη, καθώς είχε έρθει σε ρήξη με τον πατέρα του, επειδή ο τελευταίος είχε φέρει στο σπίτι τους την επίσημη ερωμένη του, Λιόσα. Ο Δηµήτρης Πλαπούτας, σε ηλικία μόλις 17 ετών, και ενώ ήταν ήδη αρματολός, νυμφεύτηκε τη Στεκούλα Κολοκοτρώνη (20 Μαΐου 1803), κόρη του Αναγνώστη Κολοκοτρώνη και πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Με τον Θεόδωρο συμπορεύτηκε στον αγώνα για την ανεξαρτησία, αλλά και συγκρούστηκε μαζί του σε πολιτικά ζητήματα, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το 1806, η οθωμανική διοίκηση εξαπέλυσε μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των κλεφτών της Πελοποννήσου, και ο Δηµήτρης κρατήθηκε όµηρος µαζί µε τον πατέρα του για προληπτικούς λόγους. Το 1811, καταδιωκώμενος από τους Τούρκους, κατέφυγε στη Ζάκυνθο και εντάχθηκε ως βαθµοφόρος (εκατόνταρχος) στα αγγλικά τάγµατα. Επανήλθε τον επόµενο χρόνο και ανέλαβε, διαδεχόµενος τον πατέρα του, το αξίωµα του καπόμπαση των Δεληγιανναίων. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, στις 15 Οκτωβρίου 1818, από τον συµπατριώτη του Αναγνώστη Τζοχαντάρη, και στη συνέχεια ανέπτυξε σχετική δράση ορκίζοντας πολλούς καπετάνιους στους σκοπούς της οργάνωσης, όπως και τον μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο.

Το καλοκαίρι του 1819, συµµετείχε µαζί µε τον Νικήτα Σταµατελόπουλο – Νικηταρά σε ένα επεισόδιο στην Αλωνίσταινα  που κατέληξε στον φόνο δύο μουσουλµάνων και στον τραυµατισµό του ίδιου. Χάρη στην παρέμβαση των Δεληγιανναίων, οι οποίοι με τις διασυνδέσεις τους και με τη διάθεση ενός μεγάλου χρηματικού ποσού τακτοποίησαν το ζήτημα, η υπόθεση δεν έλαβε δυσμενείς για τον ίδιο διαστάσεις.
Εν τω μεταξύ, πολύ μακριά από την Αρκαδία, οι συνθήκες είχαν ωριμάσει και ο αγώνας εναντίον της οθωμανικής κατάκτησης είχε ξεκινήσει. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέβη τον Προύθο, σημαίνοντας την αρχή της επανάστασης. Παρ’ ότι ο Ιερός Λόχος του συνετρίβη κοντά στο Δραγατσάνι (και στη Μονή Σέκου ο Γεωργάκης Ολύμπιος και οι συμπολεμιστές του ανατινάχτηκαν στην πυριτιδαποθήκη, προκειμένου να μην παραδοθούν), η Μολδοβλαχία στάθηκε η αρχή του αγώνα.

Ο Πλαπούτας στον Αγώνα
Ο Δηµήτρης, µαζί µε τον πατέρα του και τον αδελφό του Γεωργάκη, κήρυξαν στις 21 Μαρτίου την έναρξη της επανάστασης στην ορεινή Γορτυνία και συγκέντρωσαν µεγάλο αριθµό ενόπλων (800) στο χωριό Μπέτσι. Και από τότε, δεν σταμάτησε να πολεμά.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης συµµετείχε µε το σώµα του ως υπαρχηγός των όπλων της περιοχής Λιοδώρας (Καρύταινα) (και µετά τον θάνατο του αδελφού του στις 22 Ιουνίου του 1821 ως αρχηγός) σε πολλές μάχες και ανήλθε στην κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας, λαμβάνοντας τον βαθµό του χιλίαρχου (Ιούλιος 1822) και του στρατηγού τον επόµενο χρόνο (1823).

Ο Δημήτρης Πλαπούτας πολέμησε παντού. Η ακούραστη πολεμική του δράση δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ως «φιλοπόλεμου» που του αποδίδει ο Χρυσανθόπουλος Φωτάκος. Πολέµησε στα µέτωπα της Αρκαδίας, της Ηλείας, της Πάτρας, της Κορινθίας και του Άργους και συγκεκριµένα: Στις 12-13/5/1821 στις νικηφόρες για τα ελληνικά όπλα συγκρούσεις στο Βαλτέτσι της Μαντινείας, µαζί τον Γιωργάκη Πλαπούτα και µε τα σώµατα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Κυριακούλη Μαυροµιχάλη, Ηλία Μαυροµιχάλη, Ιωάννη Μαυροµιχάλη, Παναγιώτη Γιατράκου και άλλων οπλαρχηγών.  Στις 24/5/1821 στη νικηφόρα µάχη στον Άγιο Βλάσιο Τριπολιτσάς µαζί τον Γιωργάλη Πλαπούτα, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, και άλλων οπλαρχηγών εναντίον των δυνάµεων του κεχαγιά του Χουρσίτ Πασά, Μουσταφάµπεη. Στις 24/6/1821 στην αµφίρροπη µάχη έξω από το χωριό Λάλα της Ηλείας, µε τα σώµατα του Ανδρέα Μεταξά και του Κωνσταντίνου Μεταξά, εναντίον του Γιουσούφ Σελίµ Πασά. Στις επιχειρήσεις της πολιορκίας της Τριπολιτσάς έως την άλωση της πόλης (23 Σεπτεµβρίου 1821), όπου και ανέλαβε την ασφαλή µεταφορά της αλβανικής φρουράς ως τη Βοστίτσα. Στις 26/2/1822 στη νικηφόρα µάχη της Χαλανδρίτσας της επαρχίας Πατρών, µαζί µε τα σώµατα του Ιωάννη Κολοκοτρώνη και των Πετµεζάδων, εναντίον των δυνάµεων του Γιουσούφ Σελίµ Πασά. Στις 2/3/1822 στη νικηφόρα µάχη έξω από το Γηροκοµείο των Πατρών µαζί µε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη. Στις 9/3/1822 συμμετείχε στη δεύτερη νικηφόρα µάχη έξω από το Γηροκοµείο των Πατρών µαζί µε τους Ιωάννη Κολοκοτρώνη, Κανέλλο Δεληγιάννη, Ανδρέα Λόντο και Ανδρέα Ζαΐµη, εναντίον των δυνάµεων του Γιουσούφ Σελίµ Πασά. Κατά την εισβολή του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, τον Αύγουστο του 1822, ο Πλαπούτας πρώτος χτύπησε τον εχθρικό στρατό στο Χαρβάτι και στα Φίχτια έξω από το Άργος, όπου και κινδύνεψε να σκοτωθεί. Είχε στρατοπεδεύσει στη θέση «Άκοβα» και με έναν στρατό 2.000 ανδρών, πολέμησε τον Δράμαλη μέχρι τέλους. Μετά την καταστροφή του τελευταίου, ανέλαβε φρούραρχος Ναυπλίου.

Η θέση του στον εμφύλιο – Η ρήξη με τον Γέρο του Μοριά
Η Εθνική Παλιγγενεσία βίωσε δύο πολύ ισχυρές εμφύλιες διαμάχες, οι οποίες παρ’ ολίγον να στοιχίσουν τον αίσιο αποτέλεσμα του ξεσηκωμού. Λάφυρο και των δυο, κατά τον ψύχραιμο Φωτάκο, ήταν η εξουσία και ο «λουφές».
Η πρώτη εμφύλια διαμάχη έλαβε χώρα το 1823-24 και σηματοδοτήθηκε από τις αιματηρές συγκρούσεις με πεδίο μάχης την Πελοπόννησο ανάμεσα στους στρατιωτικού και στους πολιτικούς, και η δεύτερη (1824-1825) είχε ως αντιπάλους τους Στερεοελλαδίτες και τους Νησιώτες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαμάχες ανάμεσα στους στρατιωτικούς και στους πολιτικούς είχαν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται από το πρώτο έτος της επανάστασης. Κατά την πρώτη διαμάχη, τα στρατόπεδα ήταν δύο: εκείνο των στρατιωτικών με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στεκόταν και ο Πλαπούτας, και εκείνη των επιφανέστερων πολιτικών της Πελοποννήσου, με επικεφαλής τον Υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Κουντουριώτη. Με αφορμή την ανατροπή από τους πολιτικούς του διορισμένου πρωθυπουργού από τον πρόεδρο της Βουλής Αλ. Μαυροκορδάτο, οι στρατιωτικοί διέλυσαν το Βουλευτικό, με την κατηγορία ότι είχε ενεργήσει παράνομα. Τότε, το Βουλευτικό κατέφυγε στο Κρανίδι και οι στρατιωτικοί στην Τριπολιτσά. Οι στρατιωτικοί κατηγορούσαν τους πολιτικούς ότι ήταν έτοιμοι να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι πολιτικοί φοβούνταν ότι οι στρατιωτικοί θα κυβερνούσαν με δικτατορικό τρόπο. Ο Κουντουριώτης είχε ως όπλο στα χέρια του το πρώτο δάνειο της ανεξαρτησίας, το οποίο ο Κολοκοτρώνης ήθελε να μπλοκάρει, καθώς γνώριζε –πράγμα που έγινε, εξάλλου- ότι τα χρήματα θα ρίχνονταν στην εμφύλια διαμάχη. Οι μάχες ήταν αιματηρές, και τελικά ο Κολοκοτρώνης υποχώρησε και αναγκάστηκε να δεχθεί την κυβέρνηση Κουντουριώτη.

Ο Πλαπούτας, αν και, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν ενταγµένος στη φατρία Κολοκοτρώνη, τάχθηκε εναντίον της ένοπλης δράσης και υπέρ της συνεννόησης µε την αντίπαλη φατρία Κουντουριώτη. Ο ίδιος, με διάβημά του, πρότεινε (9 Φεβρουαρίου 1824) στον Γιώργο Κουντουριώτη και στον Ανδρέα Λόντο να συγκεντρωθούν στο Άργος ή στο Άστρος µε εκπροσώπους της άλλης πλευράς, προκειμένου να αναζητήσουν κάποιον τρόπο ώστε να επιτευχθεί η ειρήνη, ωστόσο χωρίς επιτυχία. Όταν ξεκίνησαν οι συγκρούσεις, επανήλθε με νέα πρόταση συμβιβασμού, ατελέσφορη και εκείνη τη φορά.
Στον δεύτερο εµφύλιο πόλεµο (1824-1825), ο Πλαπούτας δεν ευθυγραµµίστηκε µε τον συγγενή και στενό φίλο του Κολοκοτρώνη εξαιτίας της σφοδρής αντιπάθειας που είχε µε τους Δεληγιανναίους -που το 1823 είχε φτάσει στη σύγκρουση των δύο πλευρών για τον έλεγχο της περιοχής της Καρύταινας. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Η αφορμή για το ξέσπασμα της δεύτερης εμφύλιας σύγκρουσης δόθηκε με την άρνηση των κατοίκων της Τριφυλλίας να πληρώσουν φόρο στον Κουντουριώτη. Τότε, ο Κουντουριώτης, με τα χρήματα του δανείου, έστρεψε τους Στερεοελλαδίτες εναντίον των Πελοποννησίων. Με αρχηγούς τον Γκούρα και τον Καραϊσκάκη, τα στρατεύματα των Στερεοελλαδιτών προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές, κυρίως στην Αχαΐα. Και όλα αυτά συνέβαιναν, ενώ ο Σουλτάνος με τον Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου διαπραγματευόνταν τη συμμαχία τους εναντίον της επανάστασης. 

Τότε ήταν που ο Πλαπούτας αποφάσισε να επέμβει συμφιλιωτικά ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο Κολοκοτρώνης μετέβη στο Ναύπλιο, προκειμένου να δηλώσει την υποταγή του στην κυβέρνηση Κουντουριώτη, πεπεισμένος και από τις διαβεβαιώσεις περί αμνηστίας. Ωστόσο ο Κουντουριώτης δεν τον πίστεψε, και τον φυλάκισε στη Μονή Προφήτη Ηλία στην Ύδρα, στις 6/2/1825.

Όταν τα αιγυπτιακά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο, ο Πλαπούτας επανήλθε στην πολεµική δράση και έλαβε µέρος σε συγκρούσεις εναντίον των δυνάμεων του Ιµπραήµ στην Δραµπόλα της Μεγαλούπολης (6-7 Ιουνίου 1825), στα Τρίκορφα της Τριπολιτσάς (28 Ιουνίου 1825) και στις δύο µάχες της Καφικαριάς  Καλυβρύτων (26 και 27 Αυγούστου 1825).

Όταν ήρθε ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας συντάχθηκε µε το νέο καθεστώς. Έλαβε τον βαθµό του συνταγµατάρχη στη νέα στρατιωτική ιεραρχία και συµµετείχε ως πληρεξούσιος Γορτυνίας στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Το 1832 ορίστηκε από τη Γερουσία µέλος της Διοκητικής Επιτροπής. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Μόναχο µαζί µε τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη ως επιτροπή της Ελληνικής Πολιτείας για να καλέσουν επισήµως τον νεοεκλεγέντα στον θρόνο της Ελλάδας Βαυαρό πρίγκιπα. Τον επόµενο χρόνο (Σεπτέµβριος 1833) δικάστηκε µαζί με οµάδα στελεχών του «καποδιστριακού» κόµµατος για συνωµοσία εναντίον του νέου βασιλιά και µαζί µε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καταδικάστηκε σε θάνατο (25 Μαΐου 1834).

Ωστόσο, µε εντολή του Όθωνα, η ποινή του µετατράπηκε διαδοχικά σε ισόβια, σε 20 χρόνια και στη συνέχεια του δόθηκε χάρη την ηµέρα της ενηλικίωσης του βασιλιά και αποφυλακίστηκε (29 Μαΐου 1835). Το επόµενο διάστηµα συµµετείχε στην Εθνοσυνέλευση του 1844, έγινε βασιλικός υπασπιστής, βουλευτής (1844-1847), γερουσιαστής (1847-1862) και του δόθηκε ο βαθµός του αντιστράτηγου (1861). Πέθανε σε ηλικία 78 χρονών στο πύργο του, στη γενέτειρά του Παλούµπα. Είχε έξι κόρες και έναν γιο.  

Ο Δηµητράκης Πλαπούτας ήταν ένας παραδοσιακός ένοπλος από την τάξη των κλεφτών. Συντάχθηκε με την ιδέα της απελευθέρωσης στη Ζάκυνθο, στα Επτάνησα, τα οποία έμειναν πάντοτε υπό την επήρεια της Δύσης και της προόδου που συντελείτο εκεί, μακριά από την τουρκική κατάκτηση. Βαπτισμένος στις ιδέες και στους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας, πολέμησε ακούραστα και με γενναιότητα, υπηρέτησε τους σκοπούς της επανάστασης, προσπάθησε να κρατηθεί μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες, αναλαμβάνοντας συμφιλιωτική δράση.

Θα μπορούσαν να είναι τα λόγια του, όπως αποτυπώθηκαν στη δημοτική μας παράδοση με το παρακάτω τραγούδι:
«Εγώ Πασά δεν σκιάζοµαι και Τούρκους δεν φοβούµαι
Και θα σας κάνω πόλεµο για να σας πολεµήσω
Γιατί ταχιά απ’ τη Ζάκυνθο θα ‘ρθεί ο Κολοκοτρώνης
Τότε θα ιδείτε βρε σκυλιά και ‘σείς παλιοµουρτάτες
Θα ιδείτε τις χανούµισσες µ’ όλους τους φερετζέδες
Να ιδείτε πώς σας κάνουµε εµείς οι Πλαπουταίοι!»

Πηγή https://www.arcadiaportal.gr/

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like