Η ιστορία των κυριών της Πάλκο

Κοινοποιείστε το άρθρο

Η ιστορία των κυριών της Πάλκο

Στο νούμερο 5 της οδού Αλκμήνης στα Κάτω Πετράλωνα, σε ένα κτίριο εργοστασιακής bauhaus αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’30, λειτουργούσε μέχρι και το 2003 η Πάλκο. Πλάι στην ταξική ιστορία που αναπόφευκτα κουβαλά ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης στην Ελλάδα, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1938 σε μια εργατική συνοικία, η Πάλκο είναι συνδεδεμένη και με την κοινωνική ιστορία των Πετραλώνων και του Θησείου, χρόνια μετά το κλείσιμό της. Σε αυτή την ιστορία θα μυηθούμε στις παρακάτω σελίδες, μέσα από τις αφηγήσεις δύο εργατριών του εργοστασίου.

Η ιστορία ξεκινάει το 1918 με τους αδερφούς Παλαιολόγους, τον κυρ Βασίλη και τον κυρ Αντρέα, με καταγωγή από την Πάτρα. Όπως πολλές ιστορίες εκείνης της εποχής εμπεριέχει και αυτή τις νότες του αυτοδημιούργητου.

[…] Οι Παλαιολόγοι ήρθανε πριν την κατοχή στην Αθήνα με ένα κασελάκι πούλαγαν κλωστές και κουβαράκια και έγιναν μεγάλοι και τρανοί. Το πρώτο, ας το πούμε εργοστάσιο, ήταν στον Πειραιά το 1918 και έφτιαχναν φανέλες. Μετά τον πόλεμο ήρθαν στα Πετράλωνα και έφτιαξαν εργοστάσιο. Ή μάλλον, υπήρχε μία υποδομή και αυτοί τη μεγάλωσαν.[…] Το όνομα της εταιρείας προέρχεται από τα αρχικά του “Παλαιολόγοι Company” […] [1]

Το 1938 όταν ξεκινά τη λειτουργία του το εργοστάσιο στη γειτονιά, τα Κάτω Πετράλωνα είναι αραιοκατοικημένα με πάρα πολλές αλάνες να οριοθετούν τις περιοχές που έχουν οικοδομηθεί. Η έλλειψη βασικών υποδομών και η ρύπανση από το εργοστάσιο του φωταερίου κρατούσε χαμηλά τις τιμές αγοράς οικοπέδου ή κατοικίας. Ο εποικισμός που σημειώνεται την περίοδο αυτή προκύπτει από έναν πληθυσμό χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, ο οποίος ήρθε να αναζητήσει δουλειά στην περιοχή και γύρω απ΄ αυτήν. [2] Αρκετοί από τους ανθρώπους που συνομιλήσαμε βρέθηκαν στην Αθήνα ως εσωτερικοί μετανάστες από την επαρχία, ψάχνοντας για δουλειά, με τον πατέρα να φθάνει συνήθως πρώτος και έπειτα να ακολουθεί η υπόλοιπη οικογένεια. Η γραμμή του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου που ξεκινούσε από τον Πειραιά διευκόλυνε τη μετακίνηση των νησιωτών που έφθαναν για πρώτη φορά στην άγνωστη Αθήνα αναζητώντας δουλειά, καθώς τότε στην οδό Πειραιώς, η οποία βρισκόταν στα όρια της πόλης δίπλα στον Ελαιώνα, ήταν και τα περισσότερα εργοστάσια / βιοτεχνίες της πόλης.

Υπήρχαν δύο αυτόνομα κομμάτια του εργοστασίου: το ελληνικό «Η Πάλκο» και απέναντι, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα ο “Βασιλόπουλος” το γερμανικό «Η Σίσσερ Παλλάς». Το εμπορικό σήμα της Πάλκο ήταν πολύ ισχυρό για δεκαετίες, παρόλο τον ανταγωνισμό. Η Πάλκο είχε περίπου 150 εργαζόμενες, ενώ όταν συνενώθηκε με τη Σίσσερ Παλλάς (η οποία ήταν μια διεθνής τεράστια επιχείρηση του κλάδου)έφτασαν τις 900 εργαζόμενες.

[…] Όταν μπαίναμε μέσα στο παλιό εργοστάσιο, στ’ αριστερά, είχε μία μεγάλη αφίσα που έδειχνε όλο το συγκρότημα της Σίσσερ. Κτίρια, σπίτια, αγορές και το ποτάμι δίπλα. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της εταιρείας του απέναντι εργοστασίου. [3]

Το κτίριο είχε τρεις ορόφους. Είχε και έναν τέταρτο με αποθήκες, ο οποίος χρησιμοποιούνταν πολύ λιγότερο. Στο υπόγειό του υπήρχε ένα μεγάλο καταφύγιο για χρήση σε περίπτωση αεροπορικών βομβαρδισμών. Πολλές εργάτριες περιγράφουν το βίωμα του σεισμού της Πάρνηθας το 1999 και τονίζουν το γεγονός, ότι το κτίριο άντεξε χωρίς ζημιές.

Ο καταμερισμός της εργασίας

Οι εργαζόμενες φορούσαν τις μπλε ποδιές εργασίας, με το λογότυπο της εταιρείας και ξεκινούσαν την πρωινή βάρδια 7 με 3. Όταν συνενώθηκαν τα δύο εργοστάσια υπήρχε και απογευματινή βάρδια, κάποιες λίγες φορές, και βραδινή την οποία κάλυπταν κυρίως οι άντρες εργαζόμενοι. Ο καταμερισμός εργασίας συμπεριελάμβανε τμήματα πλεκτικής, κοπτικής, ραπτικής, αμπαλάζ, συσκευασίας και τμήματα εμπορικών αντιπροσώπων. Διάφορες μικρότερες βιοτεχνίες/δορυφόροι (π.χ. τα βαφεία των υφασμάτων που βρίσκονταν στα Οινόφυτα) συνεργάζονταν με την Πάλκο και σε κάποιες περιπτώσεις είχαν μεταφέρει για λόγους ευκολίας την έδρα τους στα Πετράλωνα. Η οργάνωση της γραμμής παραγωγής δεν ευνοούσε την απόκτηση εξειδικευμένης εργασιακής γνώσης, παρά απαιτούσε αυτοματοποιημένες κινήσεις.

[…] Δούλευες σαν ρομπότ, φτιάχνεις κάτι και δεν το ολοκληρώνεις, βάζεις ένα γαζί και πάει στην επόμενη. Μια ρουτίνα, δεν βλέπεις κάτι ολοκληρωμένο […] [4]

[…] Στο τμήμα συσκευασίας γινόταν ο ποιοτικός έλεγχος του τελικού προϊόντος. Κοιτούσαμε τα εσώρουχα, τα σλιπάκια και τα φανελάκια αν έχουν τρύπα, αν είναι ελαττωματικά, αν έχει φύγει πόντος. Ήθελε προσοχή, εμπειρία, καλό μάτι, με κάτι ειδικά φώτα. Και μετά το παίρναμε κάποιες, το κάναμε σε χαρτονένια συσκευασία, ένα μηχάνημα έκανε την πλαστικοποίηση και έφευγε για την παραγωγή. Βέβαια μετά έγιναν πιο αυτοματοποιημένα τα πράγματα, τότε ήταν πιο χειροκίνητα[…] [5]

Στο τμήμα της πλεκτικής δούλευαν σχεδόν όλοι οι άντρες εργαζόμενοι, κάποιοι λίγοι στην κοπτική και από εκεί και πέρα η Πάλκο ήταν «γυναικεία υπόθεση». Ακόμα και η ιδιαίτερη θέση του εμπορικού αντιπροσώπου δινόταν σε γυναίκες. Η Πάλκο ήταν η πρώτη εταιρεία που έβαλε μέσα στις πωλήσεις και γυναίκες, με όλη την αμηχανία που μπορεί κάποιες φορές να δημιουργούσε ο δειγματισμός εσωρούχων σε μια ανδροκρατούμενη αγορά.

Οι συνθήκες της εργασίας

Στο πάτωμα του εργοστασίου μαζεύονταν έως και δέκα πόντοι χνούδι. Το τμήμα κοπτικής ήταν ένα από τα πιο ανθυγιεινά του εργοστασίου.

[…] Είχε κάτι παράθυρα που έμπαζαν το χειμώνα, βάζαμε πανιά γύρω-γύρω. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί έβαλαν ένα σύστημα που δεν ήταν εξαερισμός, ανακυκλωνόταν ο ίδιος ο αέρας, ο οποίος περνούσε μέσα από κάτι φίλτρα που τα καθαρίζανε μία φορά, κάθε 3-4 ώρες. Εκεί υπήρχε πρόβλημα και το πρόβλημα εμφανίστηκε σε εμένα. Εγώ, στα 45 μου παρουσίασα θέμα στους πνεύμονες. Είχα μία σπάνια πάθηση [6] που στη Βουλγαρία και στις Ανατολικές χώρες την είχαν για επαγγελματική νόσο. Το κυνήγησα πολύ, πέρασα από επιτροπή με γιατρό εργασίας του ΙΚΑ. Στην αρχή μου την αναγνώρισαν, με πλήρωσαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά ξαφνικά μου λένε ότι δεν είναι επαγγελματική είναι κοινή νόσος, γιατί δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Με το που αρρώστησα εγώ άρχισαν να δίνουν μάσκες στον κόσμο, να προσέχουν. Αλλά είχε χαθεί το παιχνίδι, πήγαινε για κλείσιμο […] [7]

[…] Πριν πάω στο αμπαλάζ είχα περάσει από την κοπτική. Η κοπτική είναι μια μεγάλη κορδέλα, όπως είναι η κορδέλα του ξυλουργείου που περνάς τα ξύλα, όπου έκοβες τα υφάσματα. Εκεί είχε πολύ χνούδι. Όταν πήγα για δουλειά, το πρώτο διάστημα, μου είχαν δώσει μια στοίβα με πανάκια, όχι κάτι σημαντικό, σαν δοκιμή, να τα περνάω στην κορδέλα να μάθει το χέρι μου, εκπαίδευση το λέγανε. Κάποια στιγμή η κορδέλα μου πήρε το χέρι, από δική μου αφηρημάδα. Ευτυχώς με πήρε μέχρι το νύχι. Χαμός στο σημείο, αίματα, ήρθε ο προϊστάμενος μου λέει εντάξει δεν είναι για ράμματα. Και μου λέει ξέρεις κάτι κοπελιά, αν δεν βρέξεις κώλο δεν τρως ψάρια. Αν δεν κόψεις το χέρι σου δεν θα το μάθεις το μηχάνημα. Και του λέω, τι λες ρε φίλε, θα γίνω σακάτισα εγώ; Και με πήραν από εκεί και με πήγαν στο άλλο τμήμα […] [8]

[…] Η μάνα μου αντιμετωπίζει μυοσκελετικά προβλήματα. Ήταν πολλές ώρες σε μία καρέκλα και το πολύ γαζί της δημιούργησε παραμορφωτική αρθρίτιδα. Αυτό βγήκε επειδή δούλεψε σκληρά […] [9]

Οι μισθοί

Σε μια εποχή που υπήρχε ούτως ή άλλως μεγάλη προσφορά εργατικών χεριών, στην Πάλκο δούλευαν πολλές γυναίκες από τις γειτονιές μας. Το γερμανικό μοντέλο παραγωγής, με ένα σταθερό μαξιλαράκι μισθού και από εκεί και πέρα πριμ παραγωγικότητας σου έδινε τη δυνατότητα να διπλασιάσεις τον μισθό σου.

[…] Δεν υπήρχε περίπτωση η εταιρεία αυτή, όπως και πολλές άλλες εταιρείες, να σου φάει ένσημα, να καθυστερήσει να σε πληρώσει, να μην πάρεις άδεια, να μην…[…] [10]

Γυναίκες που για τους δικούς τους λογούς σταματούσαν κάποια στιγμή από το εργοστάσιο μπορούσαν να ξαναζητήσουν δουλειά εκεί και να τη βρουν. Στις δύσκολες μεταπολεμικές δεκαετίες γονείς με αυτό το εισόδημα κατάφεραν να ζήσουν αξιοπρεπώς την οικογένειά τους και να εκπληρώσουν το μικροαστικό όνειρο των πανεπιστημιακών σπουδών των παιδιών τους. Σε πολλές αφηγήσεις εργατριών το κλίμα στην Πάλκο περιγράφεται ως “οικογενειακό”, ξεκινώντας ίσως από διαφορετικές αφετηρίες: τη σταθερότητα της εργασίας σε εποχές διαρκούς οικονομικής και κοινωνικής αβεβαιότητας, τις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα σε εργαζόμενες, αλλά και με κάποιους από τους προσωπάρχες, λόγω της μακροχρόνιας εργασίας τους εκεί που μπορεί να έφτανε και τα 25 συνεχόμενα έτη, το ευαίσθητο περιβάλλον που ούτως ή άλλως δημιουργούνταν σε έναν εργασιακό χώρο που αποτελούνταν κατά 95% από γυναίκες.

Γυναίκα και εργάτρια

Οι γυναίκες της Πάλκο πέρα από την εργατική τους δύναμη κουβαλούσαν και τους έμφυλους ρόλους τους. Όταν γράφουμε για γυναίκες εργάτριες μιλάμε για κορίτσια 18 και 19 χρονών, που μόλις τελείωσαν το σχολείο αλλά και για μανάδες.

Στην Πάλκο υπήρχαν και πολλά ζευγάρια. Οι πιο πολλοί άντρες παντρεύτηκαν γυναίκες από την Πάλκο. Κάνανε και αλλαγές στις βάρδιες, όταν δούλευε η γυναίκα κράταγε αυτός τα παιδιά. [11]

Τα προβλήματα της οργάνωσης του σπιτιού ή της ανατροφής των παιδιών τα κουβαλούσαν και μπροστά στην μηχανή.

[…] Όταν είχα εισπράξεις επισκεπτόμουν την ημέρα 25 μαγαζιά. Μετά είσαι πτώμα. Δεν θέλεις να μιλήσεις, γιατί μιλάς όλη μέρα. Προσπαθούσα να έχω χρόνο για το παιδί μου τα απογεύματα, όταν τα μαγαζιά ήταν κλειστά, έτσι μπορούσα να είμαι κοντά του. Αλλά δεν ήμουν κιόλας κοντά του. Μια φορά έπλενα τον μικρό στην μπανιέρα και χτύπησε το τηλέφωνό μου, κάτι θέλανε από το λογιστήριο. Μίλησα και μετά όταν έκλεισα το τηλέφωνο μου λέει ο μικρός, τι σε ήθελαν κυρία Πάλκο; Το παιδί με φώναζε κυρία Πάλκο […] [12]

[…] Καθεμιά κουβαλούσε και τα προβλήματά της από το σπίτι. Μια μέρα βλέπω μία γυναίκα που δούλευε και έκλαιγε. Μπορούσες να αδιαφορήσεις; Είδα την προϊσταμένη να με κοιτάει στα μάτια, δεν πλησίαζε αυτή. Εγώ ήμουν η συναδέλφισσα που θα πήγαινα να της μιλήσω. Πάω, τι έχεις;

Έχω πρόβλημα με το παιδί, με ουσίες και τέτοια. Πολλά προβλήματα ο καθένας. Με τα παιδιά, με τα σχολεία, με τους συζύγους. Πολλές χωρισμένες, μονογονεϊκές οικογένειες. Άγχος για το παιδί που θα το αφήσω. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω εγώ που ήμουν 22 χρονών, από τις 20συναδέλφισσεςοι 10 θα ήταν χωρισμένες […] [13]

Το σωματείο

Από την παραπάνω αφήγηση της Αφροδίτης Παντιώρα, γραμματέα επί πολλά χρόνια στο σωματείο εργαζομένων της Πάλκο, μαθαίνουμε για τον διαφορετικό κοινωνικό ρόλο που είχαν οι συνδικαλίστριες καθημερινά στο εργοστάσιο. Το σωματείο ιδρύθηκε το 1979 και ένα από τα ιδρυτικά του μέλη και για πολλά χρόνια πρόεδρος ήταν η Αγγελική Φράγκου. Το σωματείο υπέγραφε επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας μεγαλύτερες από τις συλλογικές της ΓΣΕΕ, οργάνωνε εκδρομές και κοινωνικές εκδηλώσεις για τις εργάτριες, που καλύπτονταν οικονομικά από τα αφεντικά και πάλευε απέναντι στην εντατικοποίηση της εργασίας.

[…] Μπορεί το σύστημα παραγωγής να ήταν γερμανικό, αλλά εμείς παρεμβαίναμε ώστε οι χρόνοι να είναι χαλαροί. Όταν σου έλεγαν σε 15 λεπτά να βγάζεις 10 κομμάτια, εμείς πιέζαμε οι χρόνοι να μην είναι τρελοί, να βγαίνουν άνετα τα κομμάτια, να μην πιέζεσαι στο οκτάωρο. Το καταφέραμε μέχρι που πήραν την απόφαση της μεταφοράς […] [14]

[…] Το οκτάωρο μετριόταν σε 465 λεπτά που αντιστοιχούσαν σε 14 δέματα των 60 τεμαχίων το καθένα, αυτό ισούται με 900 κομμάτια κάθε μέρα, από κάθε γαζώτρια […] [15]

Το κλείσιμο του εργοστασίου και οι απολύσεις

Το 2003 το εργοστάσιο της Πάλκο,το οποίο ήδη από το 1998 είχε συνενωθεί με το γερμανικό της Σίσσερ Παλλάς, θα κλείσει και η γραμμή παραγωγής θα μεταφερθεί στη Βουλγαρία. [16] Το φθηνό εργατικό κόστος των βαλκανικών χωρών (στη Βουλγαρία έραβαν με 40 χιλιάδες δραχμές, όταν στην Πάλκο ο μισθός ήταν 200 χιλιάδες δραχμές) όριζε και τις επιλογές των αφεντικών. Όχι μόνο της Πάλκο, αλλά και του μεγαλύτερου κομματιού της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας στην Ελλάδα. [17] Την εποχή που η Σίσσερ-Πάλκο έπαιρνε επιδότηση από το ελληνικό κράτος για το εργοστάσιό της στην Κομοτηνή, αυτή μετέφερε το αντίστοιχο της Αθήνας στα βαλκάνια. Η απόφαση αυτή μπορεί να φάνηκε, εκείνη την εποχή, σαν μια ξαφνική κίνηση των αφεντικών, τα σημάδια όμως τα τελευταία δυο χρόνια προμήνυαν τη θύελλα που έρχονταν.

[…] Το 1995 είχαμε πάει σε ένα συνέδριο στη Γερμανία, ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και εγώ ως γραμματέας. Μας μίλησε ένας ιδιοκτήτης της μητρικής εταιρίας. Εκεί ήταν και εκπρόσωποι των σωματείων από όλες τις χώρες όπου υπήρχαν εργοστάσια. Το βράδυ μας συνάντησαν οι Γερμανοί συνδικαλιστές και μας ενημέρωσαν για την κατάσταση: είχαν κλείσει σχεδόν όλα τα εργοστάσια στη Γαλλία, τώρα είναι η σειρά της Ιταλίας και επόμενη είναι η Ελλάδα. Εμείς δεν το πιστεύαμε, λέμε ότι η παραγωγή είναι στο φουλ. Το 1999 έρχεται ένας Γερμανός από το συνδικάτο μετάλλου και μας λέει: κορίτσια να ετοιμάζεστε ήρθε η σειρά σας. Θα σας προτείνουν τετράωρο, θα κάνουν τέτοιους ελιγμούς στην αρχή, μην δεχτείτε τίποτα, είναι προαποφασισμένο να σας κλείσουν και να μεταφερθεί το εργοστάσιο σε Σκόπια, Αλβανία και Βουλγαρία. Τον Φεβρουάριο μας καλεί ο προσωπάρχης και μας λέει ότι κάποιες πρέπει να φύγουν με σύνταξη, κόσμος που δούλευε κανονικά. Τον Μάιο μας καλεί πάλι ο προσωπάρχης για να μας ενημερώσει για τις απολύσεις, πρέπει να χρησιμοποιήσω το 2%. Ήταν το ποσοστό που μπορούσες να απολύσεις, 2% σε 700 άτομα ήταν 14 άτομα, μπορεί να ήταν και παραπάνω. Η κατάληξη ήταν να μείνουμε στο τέλος 540 άτομα. Μέχρι να φτάσει σε αυτό το νούμερο χρησιμοποιούσε το 2%, από το 1999 μέχρι το 2001. Πάνω στην απόγνωσή μου, το λέω χωρίς καμάρι, δεν ήξερα τί να κάνω… έκανα πρόταση στον προσωπάρχη που τον γνώριζα από τότε που πρωτοπήγα, να προτείνουμε να φύγουν οικειοθελώς όσες θέλουν. Εγώ ήξερα άτομα που ήθελαν να πάρουν την αποζημίωση. Έτσι το τρενάραμε από το 1999 μέχρι το 2001. Τον Οκτώβριο του 2001 άρχισαν να απολύονται άτομα και από την παραγωγή […] [18]

[…] Έξω από το εργοστάσιο οργανώνονταν καθημερινές κινητοποιήσεις. Πρόκειται εξάλλου για έναν χώρο δουλειάς, όπου είχε σημαντικά συνδικαλιστικά ερείσματα τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έλεγχε τότε την ηγεσία της ΓΣΕΕ. Ήμασταν το πρώτο εργοστάσιο που χτυπήθηκε και όλοι οι συνδικαλιστές ήταν μέσα στο εργοστάσιο. Είπαμε να κάνουμε κατάληψη, η Αγγελική δεν συμφώνησε. Δεν αφήναμε να πάρουν τις μηχανές, πορείες, διαμαρτυρίες. Η κατάληψη είχε στόχο να μην πάρουν τις μηχανές […] [19]

Πέρα από τις διαδηλώσεις προς το υπουργείο Εργασίας και τη συζήτηση του θέματος στην κεντρική πολιτική σκηνή, ο κοινωνικός αντίκτυπος των απολύσεων στην γειτονιά προκάλεσε και μια μαζική λαϊκή συνέλευση [20] έξω από το εργοστάσιο, ύστερα από πρωτοβουλία της Παρέμβασης κατοίκων Πετραλώνων Θησείου και Κουκακίου. [21]

Η γειτονιά των ανέργων

Τα Πετράλωνα και το Θησείο μετατρέπονται σε γειτονιά ανέργων, την ώρα που οι οικογένειες προσπαθούν να διαχειριστούν το βίωμα της απόλυσης.

[…] Εκεί που η γειτονιά δούλευε όλη, ξαφνικά κάποιες συνταξιοδοτήθηκαν, κάποιες έμειναν άνεργες. […] Έβλεπες κόσμο στο σουπερμάρκετ, τι κάνεις; ψάχνω για δουλειά εκεί, θα καταθέσω για σύνταξη, κρατάω ένα παιδάκι. Υπήρχαν στην τηλεόραση κάποιες εκπομπές, που βγήκαν γυναίκες και είπαν την ιστορία τους. Ότι δούλευαν και οι δύο, απολύθηκαν και οι δύο κ.λ.π. […] [22]

[…] Ήταν τραγικά, πολύ δύσκολα. Υπήρχε μια κατάθλιψη σε όλα τα Πετράλωνα. Ακόμα και να μην ήσουν άμεσα απολυμένη, σε έπιανε μια κατάθλιψη βλέποντας όλο αυτό το πράγμα στην γειτονιά. Είχαμε ανοίξει ένα σωματείο έξω από το εργοστάσιο, πιέζαμε, έγιναν κάποια σεμινάρια, έδωσαν κάποια χρήματα σαν πριμ από το υπουργείο. Αυτά τα σεμινάρια ήταν για ειδικότητες μαγειρικής, ζαχαροπλαστικής και κάτι με τα ξενοδοχεία. Κάποια άτομα απορρίφθηκαν εκεί, πολύ λίγα. Λίγα άτομα πήρε και ο Σκλαβενίτης που άνοιξε εδώ. Χωρίσανε ζευγάρια για οικονομικούς λόγους. Εμείς την κρίση τη ζήσαμε τότε πολύ έντονα. Θα ακούσεις και σήμερα να λένε: αχ, τι ωραία που ήταν στην Πάλκο. Εργοστάσιο βέβαια, αλλά ήταν αυτό το ομαδικό που είχαμε καταφέρει […] [23]

Το 2006 το επιβλητικό κτίριο της πρώην Πάλκο θα ανακαινιστεί από ένα πολυεθνικό αρχιτεκτονικό γραφείο και θα δημιουργηθεί ένας πολυχώρος ενταγμένος στην hype ταυτότητα, και όχι μόνο, των οικοδομικών τετραγώνων πίσω από το εργοστάσιο του Παυλίδη, αλλά ολόκληρου του πρώην βιομηχανικού άξονα της οδού Πειραιώς. [24] Τα πολυτελή loft διαμερίσματα και οι συνεδριακοί χώροι που στεγάζονται πλέον εκεί μπορεί να αναζητούν μια μποέμικη ατμόσφαιρα άλλων εποχών, στην πραγματικότητα ωστόσο δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να αφουγκραστούν την ταξική και κοινωνική ιστορία εκείνου του εργοστασίου, που την κουβαλάνε οι άνθρωποι αυτών εδώ των γειτονιών σχεδόν 20 χρόνια μετά. Νοσταλγικά, συγκινησιακά, μια ζωντανή περιγραφή για το πως μια γειτονιά μπορεί να αλλάζει, αλλά παράλληλα οι κάτοικοί της μπορούν και αναγνωρίζονται ακόμα και σήμερα στον δρόμο.

Πηγές

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Γραμμή 15

https://www.alerta.gr/archives/20765?fbclid=IwAR1BhDvJ84nUYrgGWwjMXBIxOF__94BdjKfR6sLDMNb2N3L92qkRiIm-kpg

Παραπομπές 

1. Σ. Μανδηλά, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Φεβρουάριος 2020.

2. Σ. Λυκογιάννη, Η μελέτη της πόλης μέσα από την έμφυλη διάσταση της καθημερινότητας, Αθήνα, 2005, ΕΜΠ.

3. Σ. Μανδηλά, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Φεβρουάριος 2020.

4. Α. Παντιώρα, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Μάρτιος 2020.

5. Σ. Μανδηλά, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Φεβρουάριος 2020.

6. Η πάθηση στην οποία αναφέρεται είναι η πνευμονική ίνωση.

7. Α. Παντιώρα, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Μάρτιος 2020.

8. Σ. Μανδηλά, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Φεβρουάριος 2020.

9.  Ό. π.

10. Ό. π.

11.Α. Παντιώρα, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Μάρτιος 2020.

12. Σ. Μανδηλά, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Φεβρουάριος 2020.

13. Α. Παντιώρα, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Μάρτιος 2020.

14. Ό. π.

15. Π. Μπίτσικα, Οι 512 της Palco στο απόσπασμα, Εφημερίδα Το Βήμα, 24/11/2008.

16. Τον Μάιο του 2003 το γραφείο τύπου της εταιρείας ανακοινώνει ότι λόγω της παγκόσμιας ύφεσης και του ισχυρού ανταγωνισμού στον κλάδο της ένδυσης, η διοίκηση αποφάσισε να μεταφέρει την παραγωγή της σε εργοστάσια των Βαλκανίων και της Ασίας, πετυχαίνοντας 75% χαμηλότερο κόστος. Τα οικονομικά στοιχεία του ICAP, ωστόσο, δείχνουν άλλα πράγματα: το 2001 τα μεικτά κέρδη της Σίσσερ ήταν 5,187 εκατομμύρια ευρώ από 2,835 εκατομμύρια ευρώ που ήταν τον προηγούμενο χρόνο, δηλαδή παρατηρείται αύξηση 83%. Την ίδια χρονιά τα κέρδη της Πάλκο ήταν 3,814 εκατομμύρια ευρώ.

Εκείνα τα χρόνια στη Νάουσα οι μεγάλες κλωστοϋφαντουργικές μονάδες της “Βετλανς” και της “Πέλλα Όλυμπος” θα μεταφερθούν επίσης στα Βαλκάνια, αφήνοντας πίσω 800 άνεργους. Στην Αθήνα ένας από τους γνωστούς τοπικούς αγώνες δόθηκε στο Ίλιον, ενάντια στο κλείσιμο και τη μεταφορά της εταιρίας SexForm.

17. Α. Παντιώρα, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Μάρτιος 2020

18. Ό. π.

19. Η λαϊκή συνέλευση που έγινε τον Μάιο του 2003 ήταν μια προσπάθεια σύνδεσης ενός εργατικού αγώνα με την ευρύτερη γειτονιά, όπου ζούσε και η πλειοψηφία των εργαζομένων. Στην εφημερίδα που εξέδιδε εκείνη την εποχή η Παρέμβαση Κατοίκων (φύλλο 2οο, Οκτώβριος 2003) μπαίνει ο προβληματισμός ότι παρά τη μεγάλη συμμετοχή κόσμου η συνέλευση δεν μπόρεσε να πάρει αποφάσεις ή να πραγματοποιήσει κάποια δράση. Γιατί εκτός από τις παρεμβάσεις που έγιναν από την πρόεδρο και την γραμματέα του σωματείου της Σίσσερ-Πάλκο, δεν έγιναν άλλες παρεμβάσεις από τις εργαζόμενες;

20. Την άνοιξη του 2003 κόσμος, ο οποίος κινητοποιήθηκε κάνοντας τα πρώτα βήματα για την υπεράσπιση της ελεύθερης πρόσβασης στους λόφους του Φιλοπάππου συζήτησε και δημιούργησε ένα στέκι στα Άνω Πετράλωνα, στην οδό Θερρικλειδών, το οποίο λειτουργούσε με ανοιχτή συνέλευση για την έγκαιρη παρέμβαση στα τοπικά ζητήματα.

21. Σ. Μανδηλά, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Φεβρουάριος 2020.

22. Α. Παντιώρα, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, Μάρτιος 2020.

23. Ο βιομηχανικός άξονας της Πειραιώς μετατρέπεται σε πολιτιστικό κεφάλαιο για την πόλη. Το μουσείο Μπενάκη στεγάζεται σήμερα εκεί όπου κάποτε ήταν το συνεργείο της αυτοκινητοβιομηχανίας Lada.Η Καλών Τεχνών στην πρώην κλωστοϋφαντουργία Σικιαρίδη, το Φεστιβάλ Αθηνών στο πρώην εργοστάσιο επίπλων Τσαούσογλου, η δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου στην πρώην χαρτοβιομηχανία Σάνιτας. Και φυσικά η Τεχνόπολη στο Γκάζι, εκεί όπου βρίσκονταν το εργοστάσιο φωταερίου.

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like