Η καραγκούνικη φορεσιά

Οι παραδοσιακές  φορεσιές της Θεσσαλίας δεν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία στις βασικές τους μορφές και σχήματα.

Φυσικά υπάρχουν οι παραλλαγές της γιορτινής, της νυφικής και της καθημερινής φορεσιάς, της παντρεμένης, της χήρας ή της ανύπαντρης, υπάρχουν οι κατά τόπους περιορισμένες διαφοροποιήσεις και οι, με την πάροδο του χρόνου, απλοποιήσεις. Οι βασικές όμως αντιπροσωπευτικές γυναικείες φορεσιές της Θεσσαλίας είναι αριθμητικά ιδιαίτερα περιορισμένες.

Ακόμα πιο περιορισμένη είναι η ποικιλία των ανδρικών αμφιέσεων της Θεσσαλίας, αστικών και αγροτικών, που επιπλέον επαναλαμβάνονται στα περισσότερα διαμερίσματα της χώρας, σε όποιες ή καθόλου παραλλαγές και με τη χαρακτηριστική τους λιτότητα.

Ο ενδυματολογικός χάρτης της Θεσσαλίας, σε ομάδες αμφιέσεων, αποτελείται από τις βλάχικες, τις καραγκούνικες και την ιδιαίτερα περιορισμένη ποικιλία των ενδυμασιών του νομού Μαγνησίας. Η καραγκούνικη φορεσιά είναι επικρατέστερη στους δυτικούς νομούς, στους νομούς Καρδίτσας και Τρικάλων.

Η γυναικεία καραγκούνικη φορεσιά διαφοροποιείται μέσα στον χρόνο και αυτό καταγράφεται σε τρεις φάσεις μετά το 1900. Ως πρώτη φάση καθορίζεται από τους ερευνητές το διάστημα από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1925 -30. , όταν η φορεσιά φορέθηκε από τις Καραγκούνες στην κανονική της μορφή. Μετά την αγροτική μεταρρύθμιση του 1923 και την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών αρχίζει η δεύτερη φάση εξέλιξης της γυναικείας καραγκούνικης φορεσιάς, εξαιτίας της βελτίωσης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μικροκτηματιών πλέον Καραγκούνηδων, αλλά και τη σταδιακής εν τω μεταξύ καθιέρωσης της ευρωπαϊκής αμφίεσης. Έτσι μορφοποιείται ένας νεότερος τύπος φορεσιάς που διατηρείται μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά τον πόλεμο και οι τελευταίοι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου εγκαταλείπουν τις πατροπαράδοτες φορεσιές τους και ντύνονται ευρωπαϊκά.

Επιπλέον διαφοροποιήσεις της καραγκούνικης φορεσιάς καθορίζονται από την ηλικία της γυναίκας και από την οικογενειακή της κατάσταση, αν είναι ανύπαντρη, νιόπαντρη, χήρα. «Η φορεσιά της Καραγκούνας είναι από τις ελάχιστες που φορέθηκε σχεδόν μέχρι τις μέρες μας, ως γιορτινή, νυφική αλλά και ως καθημερινή, χωρίς φυσικά τα κοσμήματα και ίσως με κάποιες απαραίτητες απλοποιήσεις»[1].

Φωτ.1, Νυφική φορεσιά, 1900

Κύριο κομμάτι –και το πιο χαρακτηριστικό της φορεσιάς- είναι ο σαγιάς, απ’ όπου παίρνει και το όνομά της ολόκληρη η φορεσιά, οι σαγιάδες ή τα καραγκούνικα. Άλλα βασικά κομμάτια είναι η φανέλα, το ποκάμισο, η τραχηλιά, το καβάδι, το ράσο και το γιλέκο. Πρόσθετα κομμάτια είναι τα καβαδομάνικα, τα μανικούλια ή χούφτες, η ποδιά και το κεφαλομάντηλο ή τσίπα. Για τις νυφικές και γιορτινές φορεσιές υπάρχουν τα κοσμήματα του κορμού, της ποδιάς και του κεφαλόδεσμου.

Ο σαγιάς είναι το βασικότερο κομμάτι της επίσημης καραγκούνικης φορεσιάς και το χαρακτηριστικό της νυφικής και της φορεσιάς της νιόπαντρης. Ο σαγιάς είναι το εξωτερικό κομμάτι της φορεσιάς, είναι αμάνικος και κατακόρυφα ανοιχτός μπροστά και σε όλους τους τύπους της φορεσιάς ακολουθεί στις γενικές γραμμές το ίδιο σχήμα. Οι διαφορές του σαγιά στο χρώμα, στον διάκοσμο και στις λεπτομέρειες του σχήματος είναι τα κύρια στοιχεία που καθορίζουν τις τρεις βασικές παραλλαγές της φορεσιάς και ομαδοποιούν τα καραγκουνοχώρια σε τρεις κύκλους με την ιδιαίτερη ξεχωριστή φορεσιά των Μεγάλων Καλυβίων, «τα οποία αποτελούν έναν αποκλειστικά δικό τους κύκλο»[2].

Στον κύκλο των Μεγάλων Καλυβίων ο σαγιάς είναι κοντός, έντονα γαλαζωμένος και με σαράντα έως πενήντα λαγκιόλια. Στον ποδόγυρο έχει λουρίδα με επίρραπτα κεντήματα σε πράσινο, γαλάζιο και σκούρο κόκκινο χρώμα. Όμοια κεντήματα έχει και το γιλέκο. «Χαρακτηριστικό της ενδυμασίας των Μεγάλων Καλυβίων είναι ο κοντός, έντονα γαλαζωμένος σαγιάς με τα πολλά λαγκιόλια και τα μαραγκά – κυρίως πράσινα, γαλάζια και σκούρα κόκκινα – επίρραπτα  κεντήματά του, που συνοδεύεται από όμοιο κεντημένο γιλέκι και από δεύτερο σαγιά που φορούσαν αντί καβαδιού κάτω από τον πρώτο».[3]

Φωτ. 2, Μεγάλα Καλύβια, Γιορτινή φορεσιά παντρεμένης

Η φανέλα είναι το πρώτο εσωτερικό κομμάτι της φορεσιάς, φτιαγμένη από λεπτό μάλλινο υφαντό που το φορούσαν κατάσαρκα σε όλα τα καραγκουνοχώρια.

Το ποκάμισο έχει το ίδιο σχήμα σε όλες τις παραλλαγές της καραγκούνικης φορεσιάς, φοριέται πάντοτε πάνω από τη φανέλα και είναι μακρύ έως τους αστραγάλους. Είναι κεντημένο στο γύρο του λαιμού, στην τραχηλιά, στον ποδόγυρο και στα μανίκια. Τα μανίκια ξεχωρίζουν από το κυρίως ποκάμισο, είναι διαφορετικά τα γιορτινά ή νυφικά από τα καθημερινά και οι Καραγκούνες τα αλλάζουν ανάλογα με την περίσταση. Οι άκρες των μανικιών και του ποδόγυρου στολίζονται με μαύρες φούντες στο καθημερινό και μαύρες με πολύχρωμες φούντες στο νυφικό και γιορτινό ποκάμισο. Στο πένθος οι φούντες από τα ποκάμισα κόβονται και τα κεντήματα βάφονται μαύρα.

Η τραχηλιά καθιερώθηκε στην καραγκούνικη φορεσιά γύρω στα 1930 και φορέθηκε πάνω από το ποκάμισο καλύπτοντας όλο το στήθος.

Το γιλέκι φοριέται πάνω από το σαγιά για να σφίγγει και να συγκρατεί το στήθος. Είναι πολύ κοντό με μεγάλα ανοίγματα στις μασχάλες και μπροστά.

Από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της καραγκούνικης φορεσιάς είναι η ποδιά. Τέσσερα διαφορετικά είδη ποδιάς φορούσαν οι Καραγκούνες ανάλογα με την ηλικία και την περίσταση. Ήταν η καλή ποδιά, η δεύτερη, η καθημερινή και η ποδιά που φορούσαν οι ηλικιωμένες.

Η καλή ποδιά, η χρυσοκέντητη, είναι από τα ωραιότερα κομμάτια της καραγκούνικης φορεσιάς και ξεχωριστό δείγμα της ελληνικής χρυσοκεντητής. Φτιαγμένη από χοντρό μάλλινο υφαντό (σκουτί) ή τσόχα, σε μαύρο, βυσσινί ή πολύ σκούρο πράσινο και σπανιότερα σε έντονο κόκκινο χρώμα, τη φορούσαν τις επίσημες ημέρες οι κοπέλες, οι νύφες, και οι νιόπαντρες πάνω από τη δεύτερη ποδιά. Σε όλες τις περιοχές ήταν ίδια ραμμένη με διαφορές στα χρώματα και στα θέματα που κεντούσαν επάνω. Η κυρίως ποδιά αποτελείται από ένα μονοκόμματο ίσιο φύλλο, τη μάνα, με δυο λοξά φύλλα δεξιά και αριστερά στα πάγια, τις λόξες ή τα λαγκιόλια. Το επάνω μέρος της ποδιάς, το μπόλι ή φέλπα, είναι συνήθως φτιαγμένο από διαφορετικό ύφασμα ή και σε διαφορετικό χρώμα, σε σχήμα τραπεζοειδές ανάποδο, και σε αυτό οι Καραγκούνες γάντζωναν τα κοσμήματα της μέσης. Το κάτω μέρος της ποδιάς, ένα φάρδος δεκαπέντε εκατοστών ονομάζεται πόστα. Συνήθως είναι και αυτό από διαφορετικό ύφασμα και σε διαφορετικό χρώμα και το έβαζαν για να δώσουν πρόσθετο μήκος στην ποδιά.

Πηγή: Γήσης Παπαγεωργίου, Ελληνικές Παραδοσιακές Φορεσιές, Τομ. 3 Θεσσαλία, εκδόσεις Ελληνοαμερικανική Ένωση, Αθήνα 2011. Οι φωτογραφίες 1 & 2 περιέχονται στον τόμο και σχεδιάστηκαν από τον Γήση Παπαγεωργίου με πρότυπα από το φωτογραφικό αρχείο του Λυκείου Ελληνίδων.

[1]Αγγελική Χατζημιχάλη, Η ελληνική λαϊκή φορεσιά, εκδ. Μουσείου Μπενάκη, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1983

[2] Κωνσταντίνος Τσαγγαλάς, Η γυναικεία καραγκούνικη ενδυμασία, εκδ. ΕΟΜΜΕΧ

[3] Ό.π.

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

You may also like