Παραδοσιακή διατροφή: από τη Σαρακοστή στην πασχαλινή ευωχία

Κοινοποιείστε το άρθρο

Παραδοσιακή διατροφή: από τη Σαρακοστή στην πασχαλινή ευωχία

 

Ο χρόνος για το λαϊκό άνθρωπο είναι η εμπειρία του, δηλαδή οι εργασίες που πρέπει να γίνουν σε κάθε στιγμή του έτους στο πλαίσιο της σχέσης της κάθε τοπικής κοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον και της ένταξής της στο γενικότερο οικονομικό σύστημα. Για παράδειγμα οι μαστόροι της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας που αναχωρούσαν μετά το πέρας της Αποκριάς και των χειμερινών γιορτών προς ανεύρεση εργασίας ονόμαζαν το ταξίδι μαρτιάτικο αλλά και σαρακοστιανό, καθώς διαρκούσε μέχρι το Πάσχα στην περίπτωση που η περιοχή της εργασίας τους δεν ήταν πολύ απομακρυσμένη. Το Πάσχα, βρίσκεται στο μεταίχμιο μετάβασης στον ετήσιο κύκλο του χρόνου από μια εποχή σε μια άλλη. Ως συμβατικό όριο αποτελεί σημαντική στιγμή της χρονιάς για τους αγροτοποιμενικούς πληθυσμούς.

Όσον αφορά το εορτολόγιο, ο κύκλος του Πάσχα καλύπτει όλο το έτος και ορίζει τις κινητές εορτές. Η ημερομηνία της Ανάστασης του Χριστού προσδιορίζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής Ισημερίας. Πριν το Πάσχα τηρούνται εφτά εβδομάδες νηστείας που αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα ενώ εφτά εβδομάδες μετά από αυτό τοποθετείται η Πεντηκοστή, θεωρούμενη ως η γενέθλια μέρα της χριστιανικής εκκλησίας. Την επόμενη Κυριακή ακολουθεί η γιορτή των Αγίων Πάντων και στην συνέχεια 34 Κυριακές με κάποιο συγκεκριμένο γεγονός της ζωής του Χριστού σύμφωνα με τις ευαγγελικές αφηγήσεις.

Οι τροφές της παραδοσιακής κοινωνίας εγγράφονται σε μια μακρά χρονική διάρκεια και εκτός από την υλική τους διάσταση φέρουν συμβολισμούς και υπακούν σε κώδικες πολιτισμικούς και κοινωνικούς. Η παραδοσιακή κοινωνία από την περίοδο της Τουρκοκρατίας έως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κυρίως αγροτοποιμενική και το γεγονός αυτό καθόριζε τα υλικά και τους τρόπους παρασκευής και κατανάλωσης των τροφών. Η σχετική σταθερότητα των παραδοσιακών τοπικών διατροφικών συνηθειών διαφοροποιείται και μεταβάλλεται όταν, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, αναπτύσσονται τα αστικά κέντρα, ο πληθυσμός των οποίων είναι πρόθυμος να αποδεχτεί μαγειρικές εισαγόμενες από τη Δυτική Ευρώπη. Η εθιμοτυπία των γευμάτων, τα έπιπλα και τα σκεύη μεταβάλλονται επίσης. Έτσι οι Έλληνες παύουν να κάθονται σταυροπόδι και να τρώνε στο σοφρά ή σε χαμηλές τάβλες και χρησιμοποιούν τραπέζια και καρέκλες. Βέβαια ο ερχομός στην Ελλάδα των μικρασιατών προσφύγων (1922) οι οποίοι εγκαθίστανται στα αστικά κέντρα αλλά και σε πολλές αγροτικές περιοχές του ελληνικού κράτους έφερε νέες διατροφικές συνήθειες, εμπλουτίζοντας το διαιτολόγιο με παραδοσιακά φαγητά των Ελλήνων της Ανατολής.

Για την Ορθοδοξία η περίοδος του Πάσχα αρχίζει με την Σαρακοστή, μακρά περίοδο προετοιμασίας πνευματικής, αλλά και – χάρη στην νηστεία – σωματικής και ψυχικής. Η Σαρακοστή παριστανόταν ως γυναίκα ξερακιανή, αυστηρή, χωρίς στόμα, γιατί δεν πρέπει να τρώει, με 7 πόδια, όσες και οι εβδομάδες μέχρι το Πάσχα. Την έφτιαχναν από χαρτόνι ή πανί παραγεμισμένο με πούπουλα και την κρεμούσαν από το ταβάνι. Κάθε βδομάδα που περνούσε έκοβαν και από ένα πόδι, κι έτσι προχωρούσε ο χρόνος και πλησίαζε το Πάσχα. Οι Πόντιοι έφτιαχναν τον κουκουρά έπαιρναν δηλ. μια πατάτα ή ένα κρεμμύδι και κάρφωναν επάνω επτά φτερά ή σαράντα φτερά, όσες οι μέρες της Σαρακοστής και κάθε βδομάδα ή μέρα αφαιρούσαν από ένα. Κατά το διάστημα αυτό της προετοιμασίας πολλά έθιμα προχριστιανικά με χαρακτήρα λατρευτικό, εξαγνιστικό και αποτρεπτικό του κακού που απειλεί τη βλάστηση και την παραγωγή έχουν ενταχθεί στην λαϊκή λατρεία στον ελληνικό χώρο: τέτοια γνωστά λαϊκά δρώμενα αναπαράστασης θανάτου-ανάστασης, είναι ο Ζαφείρης στην Ήπειρο, ο Λειδινός, οι κήποι του Αδωνη, κ.ά. Τα ψυχοσάββατα που προηγούνται ή έπονται του Πάσχα, με κορυφαίο εκείνο των Αγίων Θεοδώρων και τελευταίο του Ρουσαλιού ή Αρσαλιού, της Πεντηκοστής, σχετίζονται επίσης με τον γονιμικό και ευετηρικό χαρακτήρα των ανοιξιάτικων πασχαλινών γιορτών, αφού οι νεκροί είναι, σύμφωνα με τις αρχέγονες πανανθρώπινες δοξασίες οι πρώτοι «δαίμονες», (πνεύματα) της βλάστησης και από αυτούς εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος η καρποφορία της γης.

Πλησιάζοντας χρονικά στο Πάσχα, η εβδομάδα των Βαΐων ή του Λαζάρου προετοιμάζει τον παραδοσιακό άνθρωπο για τα βιώματα που θα ακολουθήσουν. Το τραγούδι του Λαζάρου που το λένε τα παιδιά στα σπίτια, τα δρώμενα νεκρανάστασης και οι χοροί, είναι το προανάκρουσμα για το Πάθος του Χριστού και την Κάθοδο στον Αδη αλλά και την ανάσταση. Το Σαββατοκύριακο του Λαζάρου τρώνε ψάρι. Υπάρχουν και σχετικά λαζαρίτικα άσματα:

Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια
Ήρθ’ η Κυριακή που τρών τα ψάρια
Σήκω, Λάζαρε, και μην κοιμάσαι
Ήρθ’ η μάνα σου από την Πόλη
Σού ’φερε χαρτί και κομπολόι.
Οι κοτούλες σας αβγά γεννούνε,
Οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε,
Δώσ’ τε μας και μας να τα ’φχηθούμε.
ή
Βάγια, βάγια των Βαγιών
Τρώνε φάρι και κολιό
Και την άλλη Κυριακή
Θα τσουγκρίσουμε τ’ αβγό.

Κατά την Μεγάλη Εβδομάδα η νηστεία εντείνεται και σε ορισμένες περιοχές για τρεις μέρες έπιναν μόνο νερό (Καστοριά, Χίος) συμβάλλοντας στην πνευματική, σωματική αλλά και κοινωνική προετοιμασία για το Πάσχα. Όλη τη βδομάδα δεν κατέλυαν ούτε λάδι ενώ την Μεγάλη Παρασκευή δεν έτρωγαν τίποτα (Χίος). Στο Δέλβινο έτρωγαν ψωμί, κρεμμύδι και μαμάτσα κόκκινη (μπομπότα). Οι περισσότεροι, και κυρίως οι γυναίκες παρακολουθούν τις ακολουθίες της εκκλησίας, νηστεύουν και προετοιμάζουν το σπίτι και το τραπέζι του Πάσχα.

Η βιωμένη εμπειρία των ανθρώπων αποτυπώνεται στους παρακάτω στίχους:

Δευτέρα – ο Χριστός με τη μαχαίρα
Τρίτη – ο Χριστός εκρύφθη
Τετάρτη – ο Χριστός εχάθη
Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί
Σάββατο – ο Χριστός στον τάφο
Κυριακή -ο Χριστός ανέστη και το αρνάκι στο ταψί. (Επαρχία Ερμιονίδος)

Τη Μεγάλη Τετάρτη, εκτός από το ευχέλαιο στην εκκλησία, «αναπιάνουν» (δηλ. ανανεώνουν) τη ζύμη του ψωμιού. Ευλογούνται επίσης το αλεύρι, το αλάτι και τα αβγά για να αποκτήσουν νέα δύναμη. Ιδιαίτερη σημασία δίνονταν στην παρασκευή της νέας ζύμης, του προζυμιού της χρονιάς. Στην Αθήνα η εκκλησάρισσα πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, μάζευε αλεύρι και το ζύμωνε χωρίς προζύμι. Ο παπάς ακουμπούσε απάνω το Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο και το ζυμάρι ανέβαινε. Στην Κρήτη καταγράφεται ανάλογη συνήθεια την Μεγάλη Παρασκευή, την ώρα που ο παπάς διαβάζει το πρώτο Ευαγγέλιο: «Καινουργιώνεται το προζύμι», όπως λένε. Με το προζύμι της Μεγάλης Τετάρτης ζυμώνουν τα κουλούρια του Πάσχα: κουτσούνες, κουζουνάκια, καλαθάκια, αυγούλες, παύλους κ.ά.

Τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί βάφουν τα κόκκινα αβγά χρησιμοποιώντας ριζάρι, κρεμμυδόφυλλα, άγρια λάπατα, κ.ά., τα γράφουν ή τα κεντάν (πέρδικες). Το κόκκινο χρώμα είναι αποτρεπτικό του κακού και γι’ αυτό κρεμούσαν και κόκκινα πανιά από τα παράθυρα (Μεσημβρία). Το αυγό, σύμβολο της ζωής σε πολλούς πολιτισμούς, αποτελεί ισχυρό σύμβολο του Πάσχα. Πασχαλινά αβγά δεν βάφουν εκείνοι που πενθούν από πρόσφατο θάνατο οικείου προσώπου ή τα βάφουν μαύρα ή μπλε (Ελασσόνα). Βέβαια οι συγγενείς και οι φίλοι θα φροντίσουν να τους προμηθεύσουν με βαμμένα αβγά και από αυτά θα αφήσουν και στους τάφους των νεκρών τους.

Πηγαίνουν κατόπιν στην εκκλησία για να κοινωνήσουν και μετά ζυμώνουν με μυρωδικά και ξηρούς καρπούς τα κουλούρια και τα ψωμιά της Λαμπρής. Τα στολίζουν με ζυμάρι και αυγά. Οι κουλούρες προσφέρονται τη Δευτέρα του Πάσχα στους γονείς και στους αναδόχους ως αντίδωρο για τη λαμπάδα και τα άλλα δώρα προς τα βαφτιστήρια τους.

Τη Μεγάλη Πέμπτη στέλνονται και οι λαμπάδες στους βαπτιστικούς. Στη Χίο στους πασχαλιάτικους άρτους (κουλούρες) έβαζαν και λίγα φύλλα δάφνης ή μάλαθρου. Ήταν μακρουλά ή κυκλικά και έφεραν στο κέντρο τους δύο τρία αυγά. Στην Κορώνη τις κουτσούνες τις πλάθουν με λάδι, μύγδαλα, γλυκάνισο και ζουμί από βρασμένα δαφνόφυλλα. Τις στολίζουν πλούσια (πουλάκια, αμύγδαλα, γαρύφαλλα), και, κυρίως σε εκείνες που προορίζουν για τα παιδιά, τις δίνουν ανθρωπόμορφα σχήματα. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης κατά την ανάγνωση των Δώδεκα Ευαγγελίων οι γυναίκες έφερναν ψωμί, αλάτι, αυγά και νερό για να αγιαστούν (Λήμνος). Το βράδυ ξενυχτούσαν τον εσταυρωμένο, στόλιζαν τον Επιτάφιο με λουλούδια λέγοντας το γνωστό μοιρολόγι της Παναγίας.

Τη Μεγάλη Παρασκευή ήταν επιβεβλημένη απόλυτη αργία (δεν μαγειρεύουν ούτε σκουπίζουν) και νηστεία. Σε ορισμένες περιοχές συμπάσχουν με τον Χριστό, πίνοντας τρεις γουλιές ξίδι (Κορώνη). Τρώνε πρόχειρα και πηγαίνουν το βράδυ στον Επιτάφιο.

Στο Λιβήσι της Μ. Ασίας τα κουλούρια της Λαμπρής τα ζύμωναν το Μ. Σάββατο (το προζύμι το έπιαναν από την Μ. Παρασκευή). Τα μεγάλα κουλούρια τα άλειφαν με βούτυρο και σε ορισμένα έβαζαν 4-5 κόκκινα ή κίτρινα αβγά. Στα μικρά κουλούρια για τα παιδιά έβαζαν ένα αβγό και τα ψήνανε στο ταψί όπως και τα μικρά ζαχαρωτά γλυκά με τα μυρωδικά.

Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί όλοι είναι σε εγρήγορση ώστε να ολοκληρωθούν σωστά οι απαραίτητες εργασίες για να αποσυρθούν μετά και να ξεκουραστούν ως την ώρα που θα σημάνουν οι καμπάνες για την θεία λειτουργία. Σφάζεται το ζώο που προορίζεται για το πασχαλινό τραπέζι, ο Λαμπριάτης ή Πασχάτης, και γίνονται οι υπόλοιπες ετοιμασίες για την ημέρα του Πάσχα. Συνήθως είναι αρνί ή κατσίκι (ερίφιο, ρίφι), διαλεγμένο από τα οικόσιτα ή το κοπάδι ή αγορασμένο ζωντανό. Του φορούν μια κόκκινη κορδέλα ή το βάφουν με κόκκινη μπογιά από τα αβγά. Την εποχή αυτή τόσο τα κοπάδια, όσο και τα μικρά οικόσιτα ποίμνια, έχουν πολλά μικρά. Η άποψη ότι συμβολίζει τη θυσία του Χριστού ως του «αμνού του Θεού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου», είναι μάλλον ερμηνεία η οποία σχετίζεται με την εικόνα της μητέρας Παναγίας από τα «Εγκώμια» ως «αμνάδος», η οποία «ηλάλαζεν» καθώς έβλεπε τον Χριστό, «τον άρνα, εν σφαγή».

Το Μ. Σάββατο η μνηστή θα ζυμώσει την κουλούρα του μνηστήρα της και θα την πάει στο πατρικό του σπίτι με ένα μπουκάλι κρασί δεμένο με κόκκινο μαντήλι, αυγά, και, αν έχει η οικογένειά της κοπάδι, κορφή γάλακτος περιχυμένη με μέλι και τρία τυριά φρέσκα για να φτιάξουν πίτα. Ο αρραβωνιαστικός της προσφέρει άσπρη λαμπάδα στολισμένη με φιόγκο από μαβιά ή άσπρη κορδέλα και άλλα πασχαλινά δώρα: ρούχα, παπούτσια αλλά και λεβάντα, πούδρα, κοκκινάδια και βέβαια το αρνί που φέρει κόκκινο σταυρό στο μέτωπο. Οι συνοδοί των μνηστήρων κατά την επίδοση των δώρων πρέπει να είναι τρεις (Λέσβος).

Κατά την αναστάσιμη λειτουργία αφού βγούνε όλοι έξω από την εκκλησία και ψαλλεί το Χριστός Ανέστη, κατά την επιστροφή στην εκκλησία, κάνουν το σημείο του σταυρού με το κόκκινο αυγό και το σπάζουν στην πόρτα της εκκλησίας ενώ ανταλλάσσουν ευχές. Μετά το τέλος της λειτουργίας επιστρέφουν στο σπίτι με το Αγιο Φως με το οποίο καψαλίζουν τις ουρές των ζώων (Δαμασκηνιά Βοΐου). Στη συνέχεια τρώνε την μαγειρίτσα, τον τσορβά όπως τον έλεγαν σε πολλά μέρη. Η σούπα με τα χορταρικά (ψιλά κρεμμυδάκια φρέσκα, μαϊντανό, άνηθο), το ρύζι και τα λίγα εντόσθια, αυγοκομμένη συχνά, είναι το πρώτο ελαφρύ φαγητό μετά την νύχτα της Ανάστασης. Το στομάχι πρέπει να αφομοιώσει, μετά την μακρόχρονη νηστεία, ζωικής προέλευσης τροφές. Στο Μανιάκι μαζί με τη μαγειρίτσα κατανάλωναν τυρί, γαλόπιτα και συκώτι τηγανητό ενώ φύλαγαν τα αβγά για τους επισκέπτες της επόμενης ημέρας. Στην Αμοργό έτρωγαν κυρίως πατσά (ποδοκέφαλο τσιστό) με αυγά και μυζήθρα αλλά επίσης μαγειρίτσα ή και ψητό κρέας.


Στη Μάδυτο μετά την εκκλησία, οι μυρωδιές από τους φούρνους μέσα στους οποίους σιγοψήνονταν τα πασχαλιάτικα αρνιά, δεν άφηναν ασυγκίνητους τους κατοίκους, όπως διαβάζουμε σε παλαιά καταγραφή: «διερχόμενοι δε διά των κλιβάνων, εν οις ωπτήθησαν την νύχτα οι πασχάλιοι αμνοί, αισθάνονται την κνίσσαν αυτών, “ουρανόν επομένην και ελισσομένην περί καπνώ” διωκομένην δε υπό τας αύρας να κνίζη τους λαιμαργούντας οσφρηντήρας των διελθόντων τεσσαρακονθήμερον το της νηστείας πέλαγος» (Α. Οικονομίδης, Αρχείον Θρακικού Θησαυρού, τομ. Γ΄ (1936-1937), σ. 114). Στο Αδραμύττι έψηναν στους φούρνους πολλά ταψιά μαζί από το βράδυ του Μ. Σαββάτου. Τους έκλειναν με τούβλα και τους άνοιγαν μετά τη δεύτερη Ανάσταση το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα και ευωδίαζε ο τόπος.

Στο πασχαλιάτικο τραπέζι πρώτα έφερναν τα αβγά και τα καθάριζαν. Με αυτά έκλεισαν το στόμα την Τυρινή Αποκριά και με αυτά πρέπει να το ανοίξουν. Στη Μάδυτο τα αβγά τα έτρωγαν ήδη στην εκκλησία τη νύχτα του Πάσχα, αφού πρώτα διάβαζε ευχή ο ιερέας και στη συνέχεια μοιράζονταν από τους νεωκόρους. Όλοι έπρεπε να πάρουν μεζέ από τα αυγά πριν φάνε ο,τιδήποτε άλλο και με αυτά πρωτοτσούγκριζαν.

Όσον αφορά το ανταγωνιστικό τσούγκρισμα των αβγών χαρακτηριστικό είναι το παιδικό ασμάτιο από την Κύπρο:
Αυκόν, αυκόν τσακίζει
τζ η πέτρα το ραίζει
τζ απού νικήσει πάχτιν του.

Ο νικητής, που έσπαγε τα αβγά των άλλων τα κρατούσε για λογαριασμό του!

Η περιγραφή του πασχαλιάτικου τραπεζιού των χωρικών της «Εξοχικής Λαμπρής» του Α. Παπαδιαμάντη είναι ιδιαίτερα αντιπροσωπευτική: «Περί την μεσημβρίαν, μετά την Β΄ Ανάστασιν, … το έστρωσαν υπό τας πλατάνους, παρά την δροσεράν πηγήν. Ως τάπητας είχον την χλόην και τα χαμολούλουδα, ως τράπεζαν πτέριδας και κλάδους σχοίνων. Η δροσερά αύρα εκίνει μετά θρου τους κλώνας των δένδρων, και ο Φταμηνίτης με την λύραν του αντέδιδε φθόγγους λιγυρούς…..Ο παπά-Κυριάκος προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, αγαθωτάτην, ήτις εν αθωότητι εξεκόλαπτε σχεδόν κατ’ έτος εν παπαδόπουλον, χωρίς να την μέλη ούτε διά παλληκαροβότανα, ούτε διά στριφοβότανα, περί α τυρβάσουσιν άλλαι γυναίκες.

Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπαρμπα-Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι’ όλους, και τρώγων άμα και προπίνων. Εις τας προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπαρμπα-Μηλιός, κρατών την τσότραν την επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής:

– Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας!
Είτα μετά το προοίμιον, εισήλθεν εις την ουσίαν:
– Γειά μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Παπά μ’, να χαίρεσαι το πετραχήλι σ’! Παπαδιά να χαίρεσαι τον παπά σ’ και τα παιδάκια σ’! Ξάδερφε Θοδωρή! να ζήσης, να τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! όπως έτρεξες με το λάδ’ να τρέξης και με το κλήμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Να χαίρεσαι, μ’ έναν καλό γαμπρό! Ανιψιέ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στο γάμο σας να χαρούμε! Κουμπάρα Κυπαρισσού! Με μια καλή νύφη, να ζήσεις, να χαρής! εβίβα όλοι! Τε-περ-τε. Πάντα χαρούμενοι! Στην υγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλή λευθεριά! Στην υγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με το καλό!»

Βέβαια το αρνί στη σούβλα αλλά και το συνακόλουθο κοκορέτσι, αποτελούν την πιο απλή ίσως πρακτική ψησίματος του κρέατος την οποία ακολουθούσαν οι ποιμένες κυρίως της ηπειρωτικής Ελλάδας και η οποία έχει πλέον καθιερωθεί πανελλήνια ως το κατεξοχήν έδεσμα του Πάσχα. Ο συγκεκριμένος τρόπος ψησίματος δεν εφαρμόζονταν παλαιότερα σε όλες τις ελληνικές περιοχές. Στα νησιά του Αιγαίου το ψήσιμο γινόταν συνήθως στο φούρνο. Η πρόβλεψη του μέλλοντος μέσω της ωμοπλατοσκοπίας κατά την κατανάλωση του κρέατος ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα. Στα Κοτύωρα του Πόντου προτιμούσαν τα πουλερικά, το αρνίσιο ή πρόβειο ή μοσχαρίσιο ή βοδινό κρέας, τα αυγά, τα μακαρόνια, τα πιλάφια, τα ψάρια, τους γιοχάδες-ιφκάδες (ζυμαρικά), τα τυριά, το γιαούρτι κ.ά. Στα Φάρασα της Καππαδοκίας εόρταζαν με μακαρτωμένο γάλα (μακάρτιν στα ποντιακά είναι πoσότητα γιαoυρτιoύ πoυ εισάγεται ως μαγιά στo γάλα για να πήξει), γιαούρτι, πιλάφι, πέρδικες ψητές, λαγούς. Στο Λιβήσι με ψητό κατσίκι ή αρνί στο φούρνο και γιαούρτι. Στην Κίμωλο κάναν και μελόπιτες με φρέσκια μυζήθρα, μέλι και αυγά. Στα Κύθηρα, κρέας βραστό, με σούπα ρύζι αυγολέμονο, ντολμάδες ή κεφτέδες, πίτα της Λαμπρής και αυγά. Στην Ερείκουσα της Κέρκυρας έτρωγαν κυρίως κότες και αρνί στο φούρνο και από τα εντόσθια έφτιαχναν τα τσιλίχουρδα (τσιγαριστά με σκόρδο, ρίγανη και ξύδι).

Με τα εξαίρετα γιορτινά φαγητά, τους τελετουργικούς πασχαλινούς χορούς που χορεύονται συντεταγμένα από τις γυναίκες κατά σειρά ηλικίας και τα τραγούδια που έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο και αναφέρονται στο πρόσκαιρο της ζωής γιορτάζεται το Πάσχα. Ακολουθεί το Ασπροβδόμαδο, η εβδομάδα της Διακαινησίμου κατά την οποία ο εορτασμός συνεχίζεται με χορούς σε εξωκλήσια και στα νεκροταφεία, με λιτανευτικές περιφορές εικόνων κ.ά.

Επιλογή βιβλιογραφίας

Γ. Ν. Αικατερινίδης, Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες, Αθήνα 1979.
Στ. Δ. Ήμελλος, Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, Παραδοσιακός Υλικός Βίος του ελληνικού λαού (Ερωτηματολόγιο), Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1983.
Αλκη Κυριακίδου, Οι δώδεκα μήνες: τα λαογραφικά, Αθήνα 1982.
Δημ. Σ. Λουκάτου, Πασχαλινά και της Ανοιξης, Αθήνα 1980.
Δημ. Σ. Λουκάτου, Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Ανοιξης, Αθήνα 1985.
Γ. Α. Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1957.
Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, «Στου Πάσχα τη Χαρά… και στ’ Αι-Γιωργιού τη χάρη», Η Καθημερινή. Επτά ημέρες, τόμος ΜΗ΄, σ. 103-107.
Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Από το σοφρά στο τραπέζι» στο Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, 1453-1981, Πρακτικά Α΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Βερολίνο, 2-4 Οκτωβρίου 1998, Αθήνα 1999, σ. 119-145.

Ευάγγελος Καραμανές, Ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, περιοδικό Metropolitan, τευχ. 8ο, 26-2

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like