Τα ζώα της Φάτνης

Στην εικονογραφία των Χριστουγέννων, που είναι από τις πλουσιότερες σε σκηνογραφικά αφηγηματικά στοιχεία, παρμένα όχι μόνο από την επίσημη γραπτή, αλλά και την προφορική ή και απόκρυφη παράδοση, ανάμεσα στις επίγειες συμμετοχές, που σημειώνονται κάτω από τις υπερκόσμιες των αγγέλων, σταθερή πάντα θέση παίρνουν δυο σύντροφα ζώα, ένα βόδι και ένα γαϊδουράκι, που παριστάνονται να σκύβουν τα αγαθά κεφάλια τους πάνω από τη φάτνη του Χριστού.

Είναι από τις πρωτοχριστιανικές παραστάσεις στη σκηνογραφία της Γέννησης, τα δυο αυτά ζώα, αφού τα συναντάμε όχι μόνο σε εικόνες πριν από τον 10ο αιώνα αλλά και σε ανάγλυφες παραστάσεις. Η τυπική αυτή παράσταση στερεώθηκε στη χριστουγεννιάτικη εικονογραφία όλων των αιώνων, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, και δείχνει συνήθως το βόδι πυρρόχρωμο ή καφετί και το γαϊδουράκι γκριζόασπρο, έτσι που κάποιες στιγμές να μοιάζει με άλογο.

Ο αρχικός ρόλος των αυτών των ζώων ήταν να ζεσταίνουν με τα θερμά χνώτα τους το νεογέννητο θεϊκό βρέφος, έτσι καθώς έσκυβαν πάνω από τη φάτνη  – λίκνο του, μέσα στο ψυχρό σπήλαιο. Αργότερα όμως οι ζωγράφοι, σε Ανατολή και Δύση, αποδεσμευτήκαν από τον παραδοσιακό αυτόν τύπο και άφησαν τα δυο ζώα να κινηθούν πιο ελεύθερα είτε από τη μία είτε από την άλλη μεριά της φάτνης, αλλά και πιο απόμακρα μέσα στον στάβλο πάντα όμως με το βλέμμα στραμμένο προς τον Χριστό. Κι όπου οι αγιογράφοι πλουτίζουν την όλη σκηνή με περισσότερες παραστάσεις, μπορεί να δει κανείς και τα άλογα και τις καμήλες των Μάγων, μαζί με πρόβατα ή και τα σκυλιά των ποιμένων, που γυροφέρνουν τη φάτνη.

Το μοτίβο πάντως των δυο αρχικών ζώων, του βοδιού και του όνου, κοντά στον νεογέννητο Χριστό, παραμένει σταθερό. Από πού όμως ξεκίνησε αυτή η παράσταση των δυο συμπαθητικών ζώων πάνω από τη φάτνη; Στα δυο Ευαγγέλια, του Ματθαίου και του Λουκά, δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό. Το συναξάρι και η υμνογραφία των Χριστουγέννων μιλούν μόνο για «φάτνη αλόγων (ζώων)» απ’ όπου δανείστηκαν την έκφραση και τα λαϊκά κάλαντα.

Οι πρώτες παραστάσεις στηρίζονται σε πρωτοχριστιανικές παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο Ιωσήφ και η Μαρία, φεύγοντας αναγκαστικά από τη Ναζαρέτ για τη Βηθλεέμ, όπου έπρεπε να απογραφούν κατά το ρωμαϊκό διάταγμα, πήραν μαζί τους, εκτός από το γαϊδουράκι το οποίο θα χρησίμευε ως μεταφορικό μέσο και θα καθόταν σε αυτό η Παναγία και το σπιτικό βόδι που είχαν  για να το πουλήσουν και να εξοικονομήσουν τα έξοδά τους. Αυτά τα δυο ζώα έγιναν και οι πρώτοι μάρτυρες στις ωδίνες και τον έξαφνο τοκετό της Μαρίας.

Υπάρχει όμως και η θεολογική ερμηνεία στην παρουσία των δυο ζώων πάνω από τη φάτνη της Βηθλεέμ. Ανάμεσα στους πολλούς προφητικούς λόγους, που αποδίδονται στον Ησαΐα για την έλευση του Χριστού, διαβάζεται και μια παροιμιακή φράση που ταιριάζει απόλυτα στα δυο ζώα της Γέννησης «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ». Με την έκφραση «φάτνη του Κυρίου» έχουμε έτοιμο τον συμβολισμό των δυο ζώων, που η κοσμική τους παράδοση μπορεί να είναι υστερογενής. Συγκινητική πάντως παρουσιάζεται και στις δυο περιπτώσεις η χρήση των γεωργικών αυτών ζώων, του όνου και του βοδιού, απαραίτητων στους γεωργούς οι οποίοι περίμεναν την ημέρα των Χριστουγέννων να ευλογηθούν οι καλλιέργειές τους.

Αλλά δεν είναι μόνο τα δυο αυτά γεωργικά ζώα, που συμμετέχουν και συνεορτάζουν στη γέννηση του Χριστού. Είναι και τα κτηνοτροφικά των ποιμένων, που βρέθηκαν μάρτυρες γύρω από τη φάτνη. Ξενυχτούσαν «ἀγραυλοῦντες» οι τσοπάνηδες της Βηθλεέμ όταν, κατά την ευαγγελική αφήγηση, άνοιξαν οι ουρανοί και τους ανάγγειλαν το μεγάλο γεγονός «Ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ» και «εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ».

Πήγαν οι ποιμένες και είδαν το βρέφος, αλλά και τα πρόβατά τους έγιναν συμμέτοχα στη χαρά. Έτσι το σκέφτηκαν και οι αγιογράφοι και έχουν επεκτείνει στις παραστάσεις  τους την παρουσία των συντροφικών ζώων, των προβάτων, που είτε ακούν μαζί με τους ποιμένες το «Δόξα» των αγγέλων, είτε περιδιαβάζουν μέσα στο σπήλαιο, ξαπλώνοντας κάποτε ήσυχα δίπλα στη φάτνη. Δεν λείπουν από μερικές συνθέσεις και τα κατσικάκια.

Υπάρχει όμως και μια λαϊκότερη περίπτωση εικονογραφίας, όπου το πρόβατο συμμετέχει στη μεγάλη γιορτή «παίζοντας και το ίδιο αυλό» μαζί με τον βοσκό του. Η λεπτομέρεια αυτή ήταν ζωγραφισμένη πάνω σε ένα λάβαρο (περί το 1797) εκκλησίας στην Τσαγκαράδα του Πηλίου. Στο λάβαρο αυτό της Γεννήσεως παρουσιάζεται στο επάνω πλάνο της λαϊκής εικόνας πλάι στον ποιμένα που παίζει τη φλογέρα του και ένα προβατάκι όρθιο στα δυο πόδια, που συνοδεύει με αυλό και αυτό τον τσοπάνο του, ενώ εκείνος το κοιτάζει κατάματα. Τα άλλα πρόβατα πιο κάτω χαίρονται μαγεμένα την ώρα και τη μουσική.

Εξαίρετη έμπνευση του λαϊκότροπου αγιογράφου της Τσαγκαράδας, που εξισώνει τα ζώα με τον άνθρωπο στα δικαιώματα και στις δυνατότητες τους να συμμετάσχουν στο θείο αυτό γεγονός της Γέννησης του Θεανθρώπου και να υμνήσουν και αυτά τη θεϊκή ώρα μιας παγκόσμιας ευλογίας. Ταιριαστή και με τη φράση του υμνογράφου «Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον».

Καλά Χριστούγεννα!

 

Βιβλιογραφία: Δημ. Σ. Λουκάτος, Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

You may also like