Γιάννης Μόραλης ο σπουδαίος ζωγράφος του 20ού αιώνα «έφυγε» σαν σήμερα

Γιάννης Μόραλης ο σπουδαίος ζωγράφος του 20ού αιώνα «έφυγε» σαν σήμερα

Τη λαδομπογιά  την πρωτομύρισα σε μια θεία μου, αδερφή της μητέρας μου, που ζωγράφιζε. Τότε πρωτάρχισα να σχεδιάζω.
Πήγαινα στο Γυμνάσιο, έπαιρνα κιμωλίες, τις βουτούσα σε μπλε και σε κόκκινο μελάνι και σχεδίαζα στον πίνακα
με τρία χρώματα. Μπλε, κόκκινο, άσπρο. Η ζωγραφική είναι άχραντο μυστήριο όπως ο έρωτας.

Ποτέ δεν ξέρεις τι σε έκανε να παραδοθείς σε έναν άνθρωπο, όπως ποτέ δεν ξέρεις τι καθοδηγεί το χέρι σου την ώρα που ζωγραφίζεις. Ποια μυστική δύναμη. Ένα έργο μου πρέπει πρώτα να ικανοποιεί τα δικά μου μάτια. Πολλές φορές βασανίζομαι με έναν πίνακα. Ψάχνω αυτό που μου λείπει και δεν το βρίσκω. Και ξαφνικά, ακόμη και ύστερα από καιρό, συνειδητοποιώ ότι έλειπε μία και μόνη γραμμή. Τη βάζω και τότε ησυχάζω.

Όταν μπορούσα να τα βγάλω πέρα οικονομικά, δεν τα πουλούσα τα έργα μου. Δεν ήθελα να τα αποχωρίζομαι. Είχα όμως οικονομική στενότητα και δε γινόταν να μην πουλάω. Είναι σαν να τα έχω προδώσει. Έχω προδώσει το βλέμμα τους. Αν ξέρω τον κάτοχο ενός πίνακά μου, ρωτάω καμιά φορά αν θέλει βερνίκωμα. Θέλω να μάθω πως είναι η υγεία του. Ο έρωτας και ο θάνατος πάνε μαζί. Και τα δύο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Τον θάνατο τον αισθάνομαι έκτοτε πολύ κοντά. Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τον έρωτα. Τη ζωή. (Γιάννης Μόραλης)

Λίγα λόγια για τον ζωγράφο και το έργο του

Ο Γιάννης Μόραλης διαμορφώνεται και ωριμάζει μέσα στη δεκαετία του ’30. Μαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών από δεκαπέντε ετών (1931), κατακτά μια στέρεη καλλιτεχνική παιδεία. ∆ύο από τους δασκάλους του, οι πιο μοντέρνοι, ο Παρθένης και ο Κεφαλληνός, καλλιεργούν, ο καθένας με τον τρόπο του, ένα κλασικό ιδανικό. ∆εσπόζουσες φυσιογνωμίες της εποχής είναι ο Κόντογλου, ο Πικιώνης, ο Παπαλουκάς, ο Γκίκας και οι νεαροί ανατέλλοντες αστέρες, μαθητές και ακόλουθοι: ο Τσαρούχης, ο ∆ιαμαντόπουλος, ο Εγγονόπουλος, ο Βασιλείου κ.ά. Το Τρίτο Μάτι, όργανο της πρωτοπορίας, διαβάζεται άπληστα. Γηγενή και ξένα θεωρητικά κείμενα συγκλίνουν προς την «ουτοπία» ενός ελληνικού ιδεώδους, που αναζητά αισθητικά και μορφικά ερείσματα τόσο στην παράδοση όσο και στην πρωτοπορία.

Το καλλιτεχνικό μικροκλίμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου ερμηνεύτηκε συχνά ως εθνική ιδιοτυπία. Πολυάριθμες έρευνες και εκθέσεις έχουν ωστόσο αποδείξει το εύρος του φαινομένου. Το διπλό και αμφίσημο σύνθημα, «επιστροφή στην τάξη», «επιστροφή στην παράδοση», αντήχησε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την επαύριο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, εκφράζοντας τη
σπουδή για αναστήλωση των ερειπίων και, κυρίως, των αξιών. Στην Ελλάδα, η επιστροφή στην παράδοση, την επομένη της Μικρασιατικής Καταστροφής, είχε άλλο χαρακτήρα. Το διαμελισμένο σώμα του ελληνισμού αναζητούσε την
ενότητά του μέσα στην τέχνη. Άλλωστε, οι εγγύτερες παραδόσεις –η βυζαντινή και η λαϊκή–, όχι μόνο θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες, αλλά επαλήθευαν τις ίδιες τις αρχές της μοντέρνας τέχνης, δίνοντάς τους πιστοποιητικό ιθαγένειας.
Οι Έλληνες ζωγράφοι της γενιάς του ’30 δεν συνιστούν λοιπόν ιστορική παρέκκλιση. Μιλούν ένα ιδίωμα που ανήκει στη γλώσσα του καιρού τους. Ποιο ιδίωμα; Μα φυσικά ελληνικά! Ο Μόραλης, με τη λακωνική του ευθυβολία, συνόψισε το θέμα σε μια πρόταση: «η ελληνικότητα; Νομίζω πως το πρόβλημα αφορά τους φιλέλληνες, όχι τους Έλληνες». «Ο καλλιτέχνης εκφράζεται με τις πληγές της εποχής του», είχε πει ο ζωγράφος σε μια συνέντευξή του. Ο Γιάννης Μόραλης δημιούργησε μέσα από τις «πληγές της εποχής του» ένα έργο σύγχρονο και κλασικό.

Ο Μόραλης φτάνει στο Παρίσι –μέσω Ρώμης– το 1937. Ο νεαρός ζωγράφος προλαβαίνει να δει την Παγκόσμια Έκθεση. Στο μοντέρνο περίπτερο της ∆ημοκρατικής Κυβέρνησης της Ισπανίας, η Γκερνίκα, το έργο-κραυγή του Πικάσο, που καταγγέλλει τη βαρβαρότητα του αιώνα, τον εντυπωσιάζει αλλά δεν τον επηρεάζει. Μια άλλη έκθεση αποκαλύπτει στον έκθαμβο Μόραλη τον ∆ομήνικο Θεοτοκόπουλο. «Στους δασκάλους μου πρόσθεσα τον Γκρέκο, τον Πικάσο, τον Μπράκ, τον Ματίς», ομολογεί ο καλλιτέχνης.

Ο Μόραλης είναι κλασικός. Όχι κλασικιστής. Ποια η διαφορά; Ο πρώτος συναντά οργανικά τους νόμους της κλασικής μορφής, από εσωτερική αναγκαιότητα. Από μια άποψη τους εφευρίσκει· ύστερα τους επαληθεύει πάνω στα μεγάλα πρότυπα. Ο δεύτερος τους αποστηθίζει και τους μιμείται. Όπως κάθε γνήσιος κλασικός, ο Μόραλης καλλιεργεί μια τέχνη ανθρωποκεντρική. Οι προσωπογραφίες της Κατοχής και του Εμφυλίου είναι από τα πιο αξιότιμα έργα του αιώνα μας. Τα νεκρικά πορτραίτα του Φαγιούμ και η ζωγραφική της Πομπηίας είναι τα ομολογημένα μακρινά πρότυπα της τέχνης του αυτή την εποχή. Η γκάμα του είναι προσωπική, περιορισμένη: χρωματιστά γκρίζα, παλμώδη, ιριδίζοντα· πάνω τους τραγουδούν τα δυνατά, ακηλίδωτα κόκκινα, και τα μαύρα, τα υπέροχα μαύρα του Μόραλη. Ο καλλιτέχνης χτίζει τη φόρμα με μεγάλα επίπεδα, με απλές και απόλυτα ελεγχόμενες χειρονομίες. Οι μορφές λούζονται στο φως· σ’ ένα αθόρυβο, χνουδωτό φως, που απορροφά τις ανακλάσεις. Οι
ηχηρές λάμψεις είναι σπάνιες, και γι’ αυτό πολύτιμες. Πλάι στις προσωπογραφίες, μερικές νεκρές φύσεις και κάποια σπάνια τοπία, που μοιάζουν να αναδύονται μέσα από τη μνήμη.

Γύρω στο ’50, η θεματική του Μόραλη αποκρυσταλλώνεται. Αν ο Τσαρούχης έπλεξε τον ύμνο του μελλέφηβου και του νέου, ο Μόραλης θα τραγουδήσει το ερωτικό μέστωμα του κοριτσιού. Κόρες που κάθονται αντικριστά ή που αναπαύονται, σχεδιάζοντας «αρχαίες» στάσεις πλάι σε παραστάδες, μπροστά σε πόρτες. Τα σώματά τους, τα μέλη τους αρθρώνουν μιαν αρχιτεκτονική γνώριμη. Ο ζωγράφος την είχε μελετήσει στις ναόμορφες στήλες του Κεραμεικού και του Εθνικού Μουσείου. Τα σώματα προβάλλονται και κάποτε αναδύονται από το σκοτεινό φόντο, όπως στην ερυθρόμορφη αγγειογραφία ή στην ζωγραφική της Πομπηΐας. Ο Μόραλης ζυγίζει τις φωτεινές και τις σκοτεινές ζώνες. Οργανώνει τη σύνθεση γεωμετρικά, ρυθμικά, χωρίς βάθος. Ο κλασικός κανόνας, «συμφωνία των μερών προς άλληλα και προς το όλον», επαληθεύεται αδιάκοπα. Η γκάμα περιορίζεται στα γαιώδη, στις ώχρες, στις σιένες, στα μπλε, στα μαύρα, σε κάποια ασβεστώδη λευκά. «Είναι τα χρώματα του Πολύγνωτου», σχολίαζε ο ζωγράφος.

Τα Επιτύµβια και τα Επιθαλάµια, ο θάνατος και ο έρωτας, η εξίσωση της ζωής,  κορυφώνουν αυτή την αναζήτηση στη δεκαετία του ’60. Σιγά-σιγά, ο όγκος υποχωρεί, δίνοντας το πρωτείο στο περίγραμμα που τεντώνεται δυναμικά, για να υποβάλει τη λανθάνουσα τρίτη διάσταση. Η χρωματική κλίμακα περιορίζεται στα «εραλδικά» κόκκινα (rouge anglais ή κεραμιδί), στο μπλε του βραδινού ουρανού, στην ώχρα, στο λευκό, το μαύρο και το γκρίζο. Κάθε υπαινιγμός φωτοσκίασης, που υποβάλλει τον όγκο, εξοβελίζεται, το χρώμα είναι απόλυτα επίπεδο, πλακάτο. Το παράδοξο με τον Μόραλη είναι ότι όσο γινόταν πιο μοντέρνος τόσο γινόταν πιο κλασικός, «πιο αρχαίος»· και ακόμη, όσο γινόταν πιο αφηρημένος τόσο γινόταν πιο αισθησιακός. Οι αντίπαλες καμπύλες των νεανικών σωμάτων συμπυκνώνουν πάντα, στα ώριμα έργα του, το ιδεόγραμμα του έρωτα. Με αυτό το παντοδύναμο ξόρκι ο ζωγράφος αντιμετώπισε νικηφόρα το γήρας και τον θάνατο.

Η ακέραιη προσωπικότητα του Γιάννη Μόραλη, το ήθος, το έργο, η ανεκτίμητη διδακτική προσφορά του στη Σχολή Καλών Τεχνών, η παιδαγωγική του βλέμματος, που άσκησε σε όλους τους Έλληνες, άφησαν την ανεξίτηλη σφραγίδα τους όχι μόνο στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής τέχνης αλλά και στην ίδια τη ζωή μας.

(Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Ομότιμη Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, ∆ιευθύντρια της Εθνικής ΠινακοθήκηςΜουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου από την έκθεση Τιµή στον Γιάννη Μόραλη, που πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη το 2011)

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

You may also like