Κιλελέρ 6 Μαρτίου 1910: Η εξέγερση της αγροτιάς

Κοινοποιείστε το άρθρο

Κιλελέρ 6 Μαρτίου 1910: Η εξέγερση της αγροτιάς

Στο τέλος του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα ο αγροτικός κόσμος της Ελλάδας δίνει σκληρούς αγώνες και ξεσπάει σε εξεγέρσεις διεκδικώντας τη βελτίωση της θέσης και της ζωής των μικρομεσαίων αγροτών και την απαλλοτρίωση και το μοίρασμα των τσιφλικιών στους κολίγους. Στη Πελοπόννησο οι αγρότες μάχονται για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κρίσης της σταφίδας, με κορύφωση τις αγροτικές εξεγέρσεις στην Αχαΐα και την Ηλεία το 1885, που χτυπήθηκαν με τα όπλα.  Στη Θεσσαλία, η  οποία πέρασε στο ελληνικό κράτος το 1881, η γη και οι κολίγοι απλώς πέρασαν από τα χέρια του Τούρκου τσιφλικά στα χέρια του Ελληνα.

Για τους κολίγους του θεσσαλικού κάμπου τίποτα δεν άλλαξε. Ο Δημήτριος Μπούσδρας στο βιβλίο του «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων αγροτών» καταγράφει:

«Οι καλλιεργηταί, όπως και πρώτα υποχρεούντο να δίδωσιν εις τον γαιοκτήμονα, το τρίτον ή το ήμισυ των παραγομένων καρπών, ενοίκιο διά την βοσκήν των κτηνών, μέγαν αριθμόν ορνίθων και αμνών, ικανήν ποσότητα τυρού, βουτύρου, καυσοξύλων, αιγών, πεπονιών, χόρτου και αχύρου, να στέλλωσι δε εν θήλυ μέλος, ίνα ζυμώνη και ψήνη το ψωμί της επιστασίας, λείψανον του δικαιώματος της πρώτης νυκτός: Οι τσιφλικούχοι εξουσίαζον το σώμα των γυναικών και των θυγατέρων των κολίγων (…) Κατώκουν (σ.σ. οι κολίγοι) εις τρώγλας και πολλοί συνέτρωγον εν τη αυτή φάτνη με τους όνους των (…) Οσάκις υπεδέχοντο τον αφέντην επισήμως, γονυπετείς εσύροντο, εκτύπων το χώμα με το μέτωπον τρεις φορές και εφίλουν τον αριστερόν πόδα του. Γενικώς δε ειπείν αι μεγάλαι πιέσεις, αι εξαθλιώσεις και αι αφόρητοι ταπεινώσεις δίκην μαστιγίου, έπληττον τα νώτα και είχον κάμει τους χωρικούς δέκτας ενός επαναστατικού ευαγγελίου…»

Ο Μαρίνος Αντύπας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι αγρότες του Θεσσαλικού κάμπου βρίσκονται σε αναβρασμό. Στην  αρχή του 20ου αιώνα ιδρύονται οι πρώτοι αγροτικοί σύλλογοι σε Καρδίτσα, Τρίκαλα και Λάρισα, που οργανώνουν μαζικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια στις μεγάλες πόλεις. Από το 1906  ο μεγάλος σοσιαλιστής επαναστάτης Μαρίνος Αντύπας οργώνει τη Θεσσαλία ξεσηκώνοντας τους κολίγους  να αγωνιστούν για τα δίκια τους και για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Τη δράση του αυτή την πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή. Οι τσιφλικάδες τον δολοφονούν, με το πληρωμένο χέρι του  επιστάτη Ιωάννη Κυριακού στις 9 Μάρτη 1907. Είχε σπείρει όμως τον σπόρο του αγώνα των αγροτών ενάντια στους τσιφλικάδες.

Στο Κιλελέρ, ένα χωριό κοντά στη Λάρισα, 200 περίπου συγκεντρωμένοι κολίγοι επιχειρούν να ανεβούν στο τρένο, για να πάνε στο συλλαλητήριο. Θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα, για τη μεταφορά στο χώρο της συγκέντρωσης, να ταξιδέψουν δωρεάν και αρνούνται να βγάλουν εισιτήριο. Ο διευθυντής των θεσσαλικών σιδηροδρομικών γραμμών, Α. Πολίτης, που έτυχε να βρίσκεται στο τρένο, διατάζει τους σιδηροδρομικούς να τους κατεβάσουν από το τρένο. Οι κολίγοι, βλέποντας πως υπήρχε στρατός στο τρένο, κατέβηκαν, αλλά ο Πολίτης τούς έβριζε. Οργισμένοι, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να πετροβολούν την αμαξοστοιχία, σπάζοντας μερικά τζάμια των βαγονιών.

Το τρένο απομακρύνθηκε. Όμως ένα χιλιόμετρο πιο κάτω, μια άλλη ομάδα 800 αγροτών, με κόκκινες και μαύρες σημαίες, σταματάει το τρένο και οι χωρικοί αξιώνουν να ανεβούν.  Ο Α. Πολίτης ζητάει από τον αξιωματικό που ήταν επικεφαλής των στρατιωτών να «προστατεύση την έννομον τάξιν». Αυτός διατάζει τους στρατιώτες να πυροβολήσουν προειδοποιητικά στον αέρα. Αυτό εξαγρίωσε τους   διαδηλωτές που άρχισαν να φωνάζουν και να πλησιάζουν το τρένο με άγριες διαθέσεις. Αυτή τη φορά οι στρατιώτες πυροβολούν στο ψαχνό.

Οι δυο πρώτοι αγρότες – ο Νταφούλης και ο Μπόκας – πέφτουν νεκροί κι ένας ακόμη πληγώνεται βαριά. Το τρένο συνεχίζει την πορεία του και φτάνει στο σταθμό του Τσουλάρ (η σημερινή Μελία), όπου είναι μαζεμένοι πολλοί κολίγοι. Σταματάει αλλά και εκεί το πετροβολούν. Οι στρατιώτες ξαναρίχνουν στο ψαχνό. Σκοτώνεται ο Ακριβούλης, ο Μπατάλας τραυματίζεται βαριά κι άλλοι δεκαπέντε κολίγοι ελαφρύτερα.

Όταν έγιναν γνωστές, στη Λάρισα, οι δολοφονικές επιθέσεις του στρατού κατά των κολίγων, αρχίζουν οι έντονες διαμαρτυρίες των συγκεντρωμένων. Οι δυνάμεις καταστολής απαιτούν τη διάλυση της συγκέντρωσης. Οι αγρότες δεν υποχωρούν. Με φωνές και συνθήματα: «κάτω οι τσιφλικάδες» κινούνται προς την πλατεία της πόλης.

Ο υπίλαρχος Χρύσης και  ο ανθυπίλαρχος Σκανδάλης  διατάζουν πυρ και ο αγρότης Μπάνταρης πέφτει νεκρός. Τραυματίζονται ακόμα ο Γκολέμας και ο Καραμπέρης. Τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα αν κάποιοι υπαξιωματικοί από το Βόλο και τον Πειραιά, που είχαν προοδευτικές ιδέες, δε ζητούσαν από τους φαντάρους να μη «χτυπάνε στο ψαχνό».

«Μαρίνος Αντύπας – Κιλελέρ 1910» του Α. Τάσσου

Παρά το χτύπημα με τα όπλα, οι αγρότες φτάνουν στην πλατεία, μπροστά στο ξενοδοχείο «Πανελλήνιον», όπου πραγματοποιείται μεγάλη συγκέντρωση στην οποία εγκρίθηκε ψήφισμα που ζητούσε την απαλλοτρίωση και διανομή των τσιφλικιών, την ενίσχυση του Γεωργικού Ταμείου, ενώ καταδίκασε το χτύπημα των κολίγων από το στρατό και τις δολοφονίες κολίγων.

Στο ψήφισμα που εγκρίθηκε και στάλθηκε τηλεγραφικώς στην κυβέρνηση και στη Βουλή αναφέρεται:

«Απας ο γεωργικός λαός Λαρίσης συνελθών πανοικεί σήμερον Λάρισαν ίνα εκφράση βαθύν πόνον και πικρόν παράπονον διά την υποβολήν και επιψήφισιν του νόμου περί απαλλοτριώσεως των τσιφλικίων και προικοδοτήσεως γενναιοτέρας του Γεωργικού Ταμείου.

Απαιτεί:

α) Την άμεσον επιψήφισιν του νομοσχεδίου περί απαλλοτριώσεως των τσιφλικίων και διανομήν των Ζαππείων κτημάτων.

β) Την γενναιοτέραν προικοδότησιν του Γεωργικού Ταμείου διά της διαθέσεως του όλου φόρου των αροτριώντων κτηνών και παντός ό,τι νομίζει η κυβέρνησις καλύτερον.

γ) Εκφράζει την βαθείαν λύπην και οδύνην του διά την εκ μέρους των αρχών της πολιτείας άδικον επίθεσιν κατά του φιλησύχου και νομοταγούς λαού, ου θύματα υπήρξαν άοπλοι και λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας».

Μετά το μακελειό της 6ης Μάρτη του 1910 η κυβέρνηση του Στ. Δραγούμη οργάνωσε δίκες κατά των αγροτών. Η μία δίκη για τα αιματηρά γεγονότα στο Κιλελέρ , το Τσουλάρ και τη Λάρισα – με κατηγορούμενους 25 αγρότες και αγροτιστές – έγινε στη Λαμία. Η δεύτερη με κατηγορούμενους 35 αγρότες και αγροτιστές για το συλλαλητήριο της 27ης Φλεβάρη στην Καρδίτσα έγινε στο κακουργιοδικείο της Χαλκίδας. Οι κατηγορούμενοι, όμως, αγρότες αθωώθηκαν. Ο αγώνας τους δεν πήγε χαμένος. Το αγροτικό κίνημα μετά το Κιλελέρ φούντωσε σε όλη την Ελλάδα και λίγα χρόνια αργότερα ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να δημοσιεύσει διάταγμα για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών.

Αργότερα άλλαξαν το όνομα του χωριού. Το χωριό σήμερα ονομάζεται Κυψέλη, αλλά στη συνείδηση των Ελλήνων αγροτών παραμένει το Κιλελέρ των αγώνων. Το σύμβολο της μαχόμενης αγροτιάς του τότε και του σήμερα

Το μνημείο για την 6η Μάρτη 1910 στο Κιλελέρ

Πηγή: https://www.imerodromos.gr/

Απόσπασμα από την ταινία, αφιέρωμα – ύμνο στο έργο και το όραμα του Μαρίνου Αντύπα
Το χώμα βάφτηκε κόκκινο

Πληροφορίες για την ταινία

Η ταινία “Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο” συμμετείχε στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ του Κάρλοβυ Βάρυ τον Ιούλιο του 1966. Η μεγαλύτερη διάκριση που έλαβε το φιλμ, πέρα από την μεγάλη εμπορική του επιτυχία, ήταν η υποψηφιότητά της για το Βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, και πάλι το 1966. Ήταν η δεύτερη φορά που ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη έφθανε να είναι υποψήφια για το βραβείο αυτό της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, μετά τα «Κόκκινα Φανάρια», σε σενάριο του Αλέκου Γαλανού, δυο χρόνια πριν. Η μουσική της ταινίας, από τον Μίμη Πλέσσα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1966 σε δίσκο 33 στροφών (Philips). Στην επική σκηνή της κηδείας του Μαρίνου Αντύπα μέριμνα του σκηνοθέτη είναι να ολοκληρώσει την «αποθέωσή» του. Η κηδεία είναι επικών διαστάσεων, πάλι μέσα στο φως και τον κάμπο. Ο επιτάφιος λόγος από τον Οδυσσέα(Κούρκουλος) είναι γεμάτος λυρισμό. Το όνειρο του Μαρίνου Αντύπα ήταν μια ευτυχισμένη Θεσσαλία, χορτάτα παιδιά και μάνες. Αλλά τώρα που έφυγε δεν πρέπει να σβήσει το όνειρό του. Θέτει και το δίλημμα «Τα χωράφια ή τους τάφους μας». Ένας παπάς ευλογεί τον αγώνα, και ο κόσμος μοιάζει να ξεσηκώνεται. Ο Οδυσσέας φωνάζει «Όχι τουφέκια, ούτε αίμα!» Και συνεχίζει «Ο λόγος (του Αντύπα) έπεσε στη γη σα σπόρος, κι η άνοιξη που ονειρεύτηκε ζυγώνει». Μια τετ α τετ σκηνή με τον πατέρα θα σηματοδοτήσει τη στάση του ήρωα: Βγάζει τη γραβάτα και το σακάκι και μαζί με τους χωριάτες τραγουδούν το νεκρό: Πρόκειται για ένα τραγούδι σε στίχους του Νίκου Φώσκολου και μουσική του Μίμη Πλέσσα, το γνωστό μας «Αητέ και παλικάρι» . Η σκηνή είναι απόλυτα επική με τον κόσμο τριγύρω παραταγμένο, με τα εργαλεία ορθωμένα στον ουρανό . Ο Αντύπας έχει αποθεωθεί. Το μοιρολόι εξελίσσεται σε αγωνιστικό παράγγελμα :

Δε θα ‘βγει ο ήλιος την αυγή
δεν θα ‘βγει τη νύχτα το φεγγάρι
τώρα που έπεσες στην γη,
αητέ αητέ και παλικάρι
Πικρό ποτάμι η ζωή
τον πόνο μας θα πάρει
τα δάκρυα τους στεναγμούς,
αητέ αητέ και παλικάρι
Και τ΄ άστρι μια νυχτιά θα βγει,
θα βγει τη νυχτα το φεγγάρι
θ’ αστράψει ο ήλιος την αυγή,
αητέ αητέ και παλικάρι

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like