Η Μεσόγειος των θεών και των ανθρώπων

Η Μεσόγειος των θεών και των ανθρώπων

Χάρτης της Δυτικής Μεσογείου. Στην ένθετη παράσταση κάτω δεξιά απεικονίζεται το Όρος Μονσεράτ (Μοntserrat) με τη Μονή της Παναγίας, στην Καταλωνία.

Η Μεσόγειος και ιδιαίτερα η Ανατολική Μεσόγειος υπήρξε από πολύ παλιά χώρος ανταλλαγών, συγκρούσεων, επεξεργασίας και σύνθεσης των θρησκευτικών και φιλοσοφικών ιδεών. Είναι ο χώρος που γεννήθηκε η ιδέα του ενός και μοναδικού θεού, αφού είχε προηγουμένως αναπτυχθεί μια παγανιστική θρησκεία χωρίς δογματικό φανατισμό και απολυτοποίηση του ιερού, ο φιλοσοφικός στοχασμός και ο επιστημονικός ορθολογισμός με τους Ίωνες, οι ιδέες της ισονομίας και της δημοκρατίας -προϊόν ανάπτυξης των εμπορικών δραστηριοτήτων και των πόλεων. Ο ήλιος της και η γλυκύτητα του κλίματός της τράβηξαν πάντοτε τους επιδρομείς, που έρχονταν από τις μακρινές στέπες, για να ενταχθούν στους πολιτισμούς που είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσονται στις όχθες της Μεσογείου. Αλλά και τα τρία μεγάλα ιμπέρια που δημιουργήθηκαν (το ρωμαϊκό, το βυζαντινό, το οθωμανικό) ήσαν πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά. Όσο για τους σύγχρονους επιδρομείς, εισβάλουν ειρηνικά με τη μορφή των τουριστών: στα μέσα της δεκαετίας του 80′ είχαν φτάσει τα 60 εκατομμύρια -όσος ήταν ο πληθυσμός ολόκληρης της μεσογειακής λεκάνης γύρω στα 1600.

Όπως γράφει και ο γάλλος ιστορικός Μωρίς Εμάρ “εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια το λιγότερο- και ίσως το διπλάσιο-, η Μεσόγειος δεν έπαψε έως πολύ πρόσφατα, να καλεί προς αυτήν τους ανθρώπους, να εγκαθιστά στις όχθες της, να τους “εκπολιτίζει”. Αναζωογονιόταν, έτσι, απ’ αυτή την εισροή καινούριου αίματος. Το πλήρωσε αυτό με μια ιστορία βίαιη, γεμάτη καταστροφές και λεηλασίες, με σφαγές και εξορίες, με αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες. Αλλά οι νέο-εθελοντές γρήγορα αποδέχθηκαν και διέδωσαν τις τεχνικές της, τον τρόπο ζωής της, τις λατρείες της και αξιοποίησαν όλες τις δυνατότητες που τους πρόσφερε η παραδοσιακή ισορροπία, έστω εύθραυστη και ασταθής, ανάμεσα στη γεωργία και στην μετακινούμενη ζωή των νομάδων, ανάμεσα στις ξερικές καλλιέργειες και στη σοφή καθυπόταξη του νερού, ανάμεσα στις πόλεις και την ύπαιθρο, ανάμεσα στους περιορισμένους πόρους μιας άγονης γης και στους αφθονότερους πόρους της θάλασσας”1. Αυτοί που ήρθαν ως νομάδες και εγκαταστάθηκαν στις ακτές της Μεσογείου, απωθώντας ή αφομοιώνοντας τους λαούς που προϋπήρχαν (οι Έλληνες τους Πελασγούς, οι Άραβες τους Βερβέρους στη Βόρεια Αφρική), αλλά μαθαίνοντας απ’ αυτούς τις αγροτικές καλλιέργειες του σιταριού, του αμπελιού, της ελιάς, της συκιάς, των λαχανικών, των φρούτων και των λουλουδιών. Όλα τα ονόματα των μεσογειακών καλλιεργειών είναι προ-ελληνικά.

Έχουμε ένα πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα μετά το 2000 π.Χ. όταν φτάνουν οι Ινδοευρωπαίοι (Χιττίτες, Έλληνες, Ιταλοί, Κέλτες). Στην Ελλάδα έχουμε, τον 12ο αιώνα π.Χ., την άφιξη των Δωριέων και την καταστροφή των μυκηναϊκών βασιλείων, μ’ ένα Μεσαίωνα που αρχίζει, παρόμοιο με αυτόν που εγκαταστάθηκε μετά την πτώση της Ρώμης, που προκάλεσαν οι εισβολείς των βαρβάρων, τους οποίους έλκυαν ο πλούτος και το πολιτιστικό επίπεδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον εκρωμαϊσμό των Φράγκων, των Λομβαρδών και των Τευτόνων, θα δημιουργηθούν οι σύγχρονες ευρωπαϊκές χώρες, με τις δικές τους γλώσσες. Από την άλλη μεριά, έχουμε τον εξελληνισμό των Σλάβων μαζί με τον εκχριστιανισμό τους. Η άφιξη των αράβων μετά τον 7ο αιώνα αποτελεί το τρίτο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Μεσόγειο. Επωφελούμενοι από τις αδυναμίες της βυζαντινής εξουσίας, δημιουργούν από τη Βαγδάτη ως το Γιβραλτάρ μια αποκεντρωμένη αυτοκρατορία και προωθούν τις επιστήμες, τα γράμματα και τις τέχνες, μεταφράζουν τους αρχαίους Έλληνες, δημιουργούν ιδίως με την αρχιτεκτονική έναν εκλεπτυσμένο και λαμπερό πολιτισμό. Η έμπνευση που τους ωθεί προέρχεται από το Ισλάμ, που γεννημένο στις έρημους της Αραβίας, έγινε μαζί με τον εβραϊσμό και τον χριστιανισμό, η τρίτη μεγάλη μονοθεϊστική θρησκεία της Μεσογείου. Το Ισλάμ έχουν ασπαστεί κι αυτοί που αποτελούν το τέταρτο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Μεσόγειο: οι Τούρκοι, που έρχονται από την Κεντρική Ασία, εγκαθίστανται σταθερά στα Βαλκάνια, δημιουργώντας μια πολυεθνική και πολυπολιτισμική αυτοκρατορία, όπου τα εθνοτικά και θρησκευτικά “μιλλιέτ” έχουν μια σχετική αυτονομία.

Τις μετακινήσεις των ανθρώπων συνοδεύουν οι μετακινήσεις των ζώων και των φυτών. Στον χώρο της Μέσης Ανατολής, που υπήρξε η εστία της “νέο-λιθικής επανάστασης” και εμφανίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί, δείγμα εγκατάλειψης του νομαδισμού, έχουμε ήδη από την 9η χιλιετηρίδα π.Χ. την εξημέρωση του προβάτου, κατόπιν της γίδας και του χοίρου, καθώς και του βοδιού μετά την 5η χιλιετηρίδα. Πολύ γρήγορα τα ζώα αυτά κυριάρχησαν στη Μεσόγειο. Το ίδιο έγινε και με την καλλιέργεια του σιταριού και της βρώμης, του αμπελιού και της ελιάς, κατ’ εξοχήν προϊόντα του πολιτισμού, που από τη Μεσόγειο διαδόθηκαν σ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Πολύ αργότερα, κατά τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα η Δύση παίρνει από τη Μέση Ανατολή και από τη Μεσόγειο μια καινούρια ποικιλία λαχανικών, φρούτων και λουλουδιών: αγκινάρες, σπαράγγια, μαρούλια, μελιτζάνες, κολοκύθες, πεπόνια, αχλάδια, ροδάκινα, δαμάσκηνα, εσπεριδοειδή, τη μουριά, τα ρόδα της Δαμασκού. Όλα αυτά οι Δυτικο-ευρωπαίοι δεν τα πήραν με τις Σταυροφορίες, αλλά τα έμαθαν από τους Άραβες καλλιεργητές της Ανδαλουσίας και της Σικελίας, από τους οποίους έμαθαν και τις τεχνικές της άρδευσης, που είχαν κι αυτές αναπτυχθεί αρχικά στη Μέση Ανατολή και τις είχαν παραβλέψει οι Ρωμαίοι. Όλες οι λέξεις που έχουν σχέση με τις αρδεύσεις είναι ακόμα αραβικές. Από τις χώρες της Μέσης Ανατολής οι μεσογειακές χώρες πήραν τη γραφή και τους “αραβικούς” αριθμούς, που είχαν έρθει από την Ινδία.

Είναι γνωστό πόσο η ανακάλυψη της Αμερικής και το άνοιγμα των υπερπόντιων δρόμων προς την Άπω Ανατολή επέδρασαν στην ανάπτυξη της Μεσογείου. Ενώ ο εμπορευματικός καπιταλισμός γνώρισε την πρώιμη ανάπτυξη του στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα με τη Βενετία, τη Γένοβα, τη Φλωρεντία και την Καταλονία, η Βιομηχανική Επανάσταση πραγματοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη, απ’ όπου μεταδόθηκε και στη Βόρεια Αμερική, ενώ οι μεσογειακές χώρες έμειναν “καθυστερημένες”. Η κυριότερη συνέπεια ήταν να μην μπορεί η Μεσόγειος να προσφέρει εργασία σ’ όλα τα παιδιά της, πράγμα που δημιούργησε το πρώτο μεγάλο κύμα υπερπόντιας μετανάστευσης μετά το 1880, προς τις Η.Π.Α., τον Καναδά, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία, και μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, συμβάλλοντας στο Δυτικο-ευρωπαϊκό “οικονομικό θαύμα”, με τους μεσογειακούς μετανάστες στις πιο βαριές και άχαρες δουλειές. Η Μεσόγειος γνώρισε κι αυτή μια ορισμένη εκβιομηχάνιση, με βάση κυρίως τις βιομηχανίες της πρώτης και της δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης και παραμένοντας πάντοτε -κι ίσως αύριο πολύ περισσότερο- ο δρόμος διέλευσης του πετρελαίου. Μερικές μεγάλες πόλεις με χημεία και κυκλοφοριακό χάος αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά και στις ακτές της Μεσογείου, ως άναρχες επεκτάσεις πολλές φορές μεγάλων ιστορικών πόλεων. Γιατί η πόλη, ως πολιτική και πολιτιστική ενότητα, με ισορροπία και αρμονία, είναι μεσογειακό δημιούργημα, ακόμα και πέρα από την περίοδο ακμής της πόλης-κράτους.

Σ’ ένα αφιέρωμα του περιοδικού “Αρχαιολογία και Τέχνες” (τεύχος Σεπτεμβρίου 1997) για τη βυζαντινή πόλη (που ακολουθούσε ένα προηγούμενο αφιερωμένο στην “Αρχαία Ελληνική Πόλη-Κράτος”), ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ Marc Billinge γράφει “Λίγα φαινόμενα έχουν διατηρήσει μονιμότερη και σημαντικότερη θέση στη μελέτη της Ιστορικής Γεωγραφίας από εκείνα της πόλης και της αστικοποίησης. Παρατηρώντας το διαχρονικά -από τις αρχές της αστικοποιημένης κοινωνίας, μέσα από τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση και τους μοντέρνους και έως τους μετα-μοντέρνους καιρούς-, η πόλη και η αστικοποίηση έφθασαν να αντιπροσωπεύουν- μάλιστα και να εκφράζουν τα ίδια τα στοιχεία που ορίζουν την ιστορικο-γεωγραφική ανάλυση στον πυρήνα της: από τη μια μεριά την ανθρώπινη εμπειρία, την κατοχή και οργάνωση του χώρου (“γεωγραφία”), και από την άλλη τον πόθο και την ικανότητα της ανθρωπότητας να αντιπροσωπεύει τον εαυτό της και τα υψηλότερα ιδανικά της (“ιστορία”). Με άλλα λόγια, το ιστορικό της πόλης είναι κατά την πιο ρεαλιστική έννοια το ιστορικό της ίδιας της κοινωνικής εξέλιξης, ή, εκφρασμένο διαφορετικά: η πραγματική ιστορία της ιστορίας. Όπως το έθεσε ο Άγγλος ποιητής και σχολιαστής του 18ου αιώνα William Cowper: “Ο Θεός έπλασε τη χώρα, αλλά ο άνθρωπος έπλασε την πόλη”.

Οι πόλεις της Μεσογείου, εκπληκτικά ανθρώπινα δημιουργήματα, στάθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη της πολιτικής και του πολιτισμού και ως τεράστια πολιτιστικά φαινόμενα διαμορφώθηκαν οι μεγάλες θρησκείες της αρχαιότητας: ο ελληνικός (και ρωμαϊκός στη συνέχεια) παγανισμός, που όντας μία μη εξ αποκαλύψεως θρησκεία, χωρίς ιερά βιβλία, δογματισμό και μονοπώληση της γνώσης από κάποιο ιερατείο, επέτρεψε ευκολότερα τη διαμόρφωση ενός φιλοσοφικού κι επιστημονικού ορθολογισμού. Αυτή την αρχαιο-ελληνική παράδοση προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν οι δύο από τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο χριστιανισμός και ο ισλαμισμός, ενώ η άλλη πηγή έμπνευσής τους ήταν ο εβραϊκός προφητισμός. Η Μεσόγειος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν χώρος συνάντησης και σύγκρουσης των τριών αυτών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών. Η πάλη ανάμεσα στον παγανισμό και τον χριστιανισμό κράτησε πέντε αιώνες και δεν ήταν πάλη μόνο στο επίπεδο των ιδεών, αλλά και στο επίπεδο της καταστολής εκατέρωθεν: οι διωγμοί των χριστιανών από τους ρωμαίους αυτοκράτορες, που δεν είχε τον χαρακτήρα θρησκευτικής καταστολής, γιατί τέτοιο θέμα δεν έμπαινε στα πλαίσια του παγανιστικού πολυθεϊσμού, αντικαταστάθηκαν από τους διωγμούς των εθνικών, από τη στιγμή που ο χριστιανισμός έγινε με τον Κωνσταντίνο η επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους.

Κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα υπήρχε μια μεγάλη εβραϊκή διασπορά σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια και τη Ρώμη με τους εβραίους απόλυτους στη μονοθεϊστική τους πίστη και αντίθετους στον παγανιστικό πολυθεϊσμό. Ήδη πριν από την εμφάνιση του χριστιανισμού μέσα στους κύκλους της εβραϊκής διασποράς, στην Αλεξάνδρεια, όπου ζει μια μεγάλη εβραϊκή παροικία έντονα εξελληνισμένη πολιτιστικά, υπάρχει μια έντονη ανταλλαγή ανάμεσα στις ελληνικές φιλοσοφικές ιδέες και τις βιβλικές ιδέες, πράγμα στο οποίο βοηθούσε και η μετάφραση της Βίβλου στα ελληνικά από τους εβδομήκοντα. Αυτός που κυρίως εκφράζει αυτή την επαφή είναι ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος προσπάθησε να κάνει προσιτή στο ελληνιστικό πνεύμα που ήταν θρεμμένο με πλατωνισμό και στωικισμό, τη μωσαϊκή σκέψη και τη συμβολική έννοια του Νόμου. Προσπαθούσε να καταδείξει μ’ έναν αλληγορικό σχολιασμό της Βίβλου, ότι ο Μωϋσής έφερε στους ανθρώπους μια αντίληψη γι’ αυτούς, για τον κόσμο και για τον Θεό, που εξέφραζε μια μεγάλη σοφία κι ήταν το αποκορύφωμα της φιλοσοφικής σκέψης. Οι απόψεις του τροφοδότησαν αργότερα την ελληνική πατριστική, μέσα από τα έργα του Κλήμεντα της Αλεξάνδρειας.

Καθώς βγήκε μέσα από τον Ιουδαϊσμό, ο χριστιανισμός αναπτύχθηκε στην αρχή στο ιουδαιο-χριστιανικό περιβάλλον, αλλά ο Παύλος είναι αυτός που πρώτος κατάλαβε ότι για ν’ αναπτυχθεί ο χριστιανισμός και να γίνει ευρύτερα αποδεκτός, έπρεπε ν’ αποκοπεί από τον μωσαϊκό Νόμο. Στη συνέχεια υπήρξε ένας προσυλιτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους εβραίους και τους χριστιανούς, που έληξε σε βάρος των εβραίων με την πολιτική νίκη του χριστιανισμού με τον Κωνσταντίνο. Οι εβραίοι, τους οποίους περιφρονούσαν και κακομεταχειρίζονταν οι Ρωμαίοι, έγιναν αντικείμενο ακόμα μεγαλύτερης περιφρόνησης από τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Αργότερα, τον θρίαμβο του χριστιανισμού ήρθε να αμφισβητήσει η Τρίτη μεγάλη μονοθεϊστική θρησκεία, το Ισλάμ, που ξεχύθηκε από τις έρημους της Αραβίας προς τη Μεσόγειο, εκφράζοντας έναν ακόμα πιο απόλυτο μονοθεϊσμό, και κατηγορώντας τις άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες ότι είχαν προδώσει τη διδασκαλία των προφητών και του Ιησού, που ήσαν προάγγελοι του ερχομού του Μωάμεθ. Είναι γνωστό πόσο συνέβαλε στην κεραυνοβόλο πρόοδο του Ισλάμ η αντίθεση των επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στον χώρο της Μέσης Ανατολής, προς την κεντρική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη.

Παρά τις κάποιες ομοιότητες, οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες χαρακτηρίζονται από μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, που έγιναν πολλές φορές η αιτία για μια εξοντωτική αντιπαράθεση μεταξύ τους. Μέχρι σήμερα οι συγκρούσεις στη μεσόγειο, ακόμα κι αν προκαλούνταν για γαιοπολιτικοστρατιωτικούς λόγους και ήσαν διαμάχες κυριαρχίας και εξουσίας, έχουν ως προκάλυμμα τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που γεννήθηκαν γύρω από τη Μεσόγειο. Στο παρελθόν η ελληνική φιλοσοφία επέβαλε και στις τρεις μερικά κοινά διανοητικά πλαίσια και ο Αριστοτέλης έγινε η κοινή αναφορά για τις μεθόδους στοχασμού. Στη Βαγδάτη, ο χαλίφης Μαϊμούν δημιούργησε τον Οίκο της Σοφίας με τη φιλοδοξία να συγκεντρώσει τη φιλοσοφική και επιστημονική κληρονομιά της Αλεξάνδρειας και όπου εβραίοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι διανοητές συναντώνται για να μεταφράσουν τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα. Ο σημαντικός μουσουλμάνος διανοητής Αμπού Χαγιάν-αλ-Ταβχιντί μας άφησε μια σημαντική μαρτυρία για τις ολονύκτιες αυτές συνεδριάσεις, όπου χωρίς καμία διάκριση με βάση τη θρησκεία, συζητούσαν με απόλυτη ισότητα τα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα του καιρού τους. Το ίδιο γινόταν και στην Ισπανία, ανάμεσα στον 6ο και τον 12ο αιώνα, όπου υπήρχε απόλυτη ελευθερία κυκλοφορίας των ιδεών και γόνιμες συζητήσεις και όπου αρκεί ν’ αναφερθούν τα ονόματα του Αβερρόη και του Μαϊμονίδη. Αντίθετα μ’ αυτό που υποστηρίζουν σήμερα ατλαντοκεντρικοί στοχαστές, όπως π.χ. ο Σάμουελ Χάντιγκτον, στη βάση των μεσογειακών φιλοσοφικών και θρησκευτικών προβληματισμών στηρίχτηκε ο δυτικο-ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όπως λέει κι ένας άλλος ιστορικός “ελληνική σκέψη, εβραϊκή σκέψη, χριστιανική σκέψη και μουσουλμανική σκέψη αποτελούν εξ αρχής τη Δύση”2.

Θα ήθελα να τελειώσω με τα λόγια του μεγάλου Γάλλου ιστορικού Ζωρζ Ντουμπί: “Η πηγή βρίσκεται εκεί, στον μεσογειακό χώρο, η βαθιά πηγή της υψηλής κουλτούρας, την οποία διεκδικεί ο πολιτισμός μας. Και δεν μιλάω εδώ για το θεμελιακό πλαίσιο που επιβάλλει στην κοσμαντίληψή μας το μονοθεϊστικό θρησκευτικό σύστημα, που, όπως ξέρουμε, σχηματίστηκε γύρω από τη Μεσόγειο κι εξαπλώθηκε με αφετηρία τις ακτές της. Μιλάω για το μη ιερό μέρος του πολιτισμού, που συμπεριλαμβάνει και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, ενώ παραμένει αντικείμενο σεβασμού, του οποίου τα μουσεία και οι βιβλιοθήκες είναι οι ναοί και που προσπαθούν ν’ αναζωογονήσουν το σχολείο, το πανεπιστήμιο και οι πολυποίκιλοι ιδεολογικοί μηχανισμοί που κυριαρχούν. Όταν στο Κλήβελαντ ή στη Στοκχόλμη, στην Κρακοβία ή στο Κίεβο σκέπτονται τη Βενετία, την Ισταμπούλ, την Αλεξάνδρεια, τη Ρώμη, την Αθήνα, έχουν βέβαια την επιθυμία της απόδρασης προς τις ηλιόλουστες παραλίες μιας ευτυχισμένης θάλασσας, αλλά θέλουν με συνειδητό ή όχι τρόπο να ξανάρθουν για μια στιγμή σ’ αυτή την πηγή, σ’ αυτούς τους πνευματικά γόνιμους τόπους, όπου, όπως ξέρουμε από την παιδική μας ηλικία, μερικοί ημίθεοι είχαν μια ύπαρξη λιγότερο γκρίζα και λιγότερο χοντροκομμένη. Άνθρωποι τέλειοι, που μιλούσαν μια καλλίτερη γλώσσα και είχαν την αίσθηση του μέτρου. Όταν ονειρευόμαστε για ανθρώπινη ολοκλήρωση, για την υπερηφάνεια και την ευτυχία να είναι κανείς άνθρωπος, το βλέμμα μας στρέφεται προς τη Μεσόγειο”3.

Κείμενο του Σπήλιου Παπασπηλιόπουλου

Βιβλιογραφία
1. F. Brandel – G. Duby (eds): “La Mediterranee, les hommes et l’ heritage”, Flammarion, 1986.
2. Roger Arnaldeg, ό.π.
3. G. Duby, ό.π.

Πηγή κεντρικής εικόνας: https://el.travelogues.gr/

 

You may also like