Όταν οι λαϊκοί άνθρωποι του χωρίου βίωναν την πίστη τους στο Θεό, την Παναγία, τον Χριστό και τους Αγίους με το δικό τους τρόπο

Κοινοποιείστε το άρθρο

Στο κεφάλαιο τούτο δεν πρόκειται να αναφερθούμε σε καθαρά θρησκευτικά θέματα, όπως τα διδάσκει η εκκλησία μας. Θα εξετάσουμε τα θέματα αυτά μέσα από τη λαϊκή πίστη, όπως αυτή διαμορφώθηκε και αποτυπώθηκε στα λαϊκά έθιμα.

Βέβαια στα έθιμα αυτά διατηρούνται και ιδέες κάθε άλλο παρά χριστιανικές. Είναι δοξασίες βαθιά ριζωμένες στο πνεύμα του λαϊκού ανθρώπου, ιδέες κληρονομημένες από την πρώιμη αρχαιότητα και σύμφωνες με τον τρόπο σκέψης του πρωτόγονου ανθρώπου, όσο και αν ο ελληνικός λαός, όπως και κάθε χριστιανικός λαός, θέλει να συμμορφώνεται με τα διδάγματα και τους κανόνες της θρησκείας που πρεσβεύει.

Οι λαϊκοί άνθρωποι βιώνουν την πίστη τους με το δικό τους τρόπο. Λατρεύουν το Θεό, την Παναγία, τον Χριστό και τους Αγίους σε κάθε στιγμή της ημέρας, στην αρχή και στο τέλος κάποιας εργασίας. Φαντάζονται τα πρόσωπα αυτά να επεμβαίνουν στη ζωή τους και να τους προστατεύουν. Οι παραδόσεις, οι παροιμίες και τα τραγούδια για τα πρόσωπα αυτά, είναι πάντοτε παρόντα.

Το ίδιο φανερώνουν και τα εικονίσματα στο σπίτι, τα εικονίσματα στην περιοχή που εργάζονται, το συχνό σταυροκόπημα, οι προσευχές, οι νηστείες, οι διάφορες λιτανείες, τα υψώματα και άλλα.

Όπως σε όλη την περιοχή έτσι και στο χωριό μας υπήρχαν πολλά στοιχεία για την πίστη και λατρεία των θείων προσώπων. Τα περισσότερα συνδέονται με τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες των κατοίκων και αφορούν την αφθονία των καλλιεργειών και την προκοπή των ζώων.

Έτσι το σημείο του σταυρού δεν απουσίαζε καμία ενέργεια της ημέρας.

Με το βλέμμα στραμμένο προς την Ανατολή ή τον ουρανό έκαναν το σημείο του σταυρού με το ξύπνημα, με το φαγητό, με το ξεκίνημα για τον χώρο της εργασίας, με την έναρξη της εργασίας, με το τελείωμα αυτής, με την επιστροφή στο σπίτι, με την κατάκλιση το βράδυ και προπαντός με το πέρασμα μπροστά από εξωκλήσι, εκκλησία, εικόνισμα και στο άκουσμα της καμπάνας.

Πίστευαν πως τα θεία πρόσωπα τιμωρούν τους κακούς, αυτούς που παραβαίνουν τους θρησκευτικούς και εθιμικούς κανόνες. Τα παρακαλούσαν να τους βοηθήσουν με προσευχές, προσφορές και τάματα. Τακτικά πήγαιναν στην εκκλησία πρόσφορα, νάμα και λάδι, έταζαν λαμπάδα ίσα με το μπόι τους, ασήμωμα καντηλιών και εικόνων καθώς και διάφορα ασημικά. Στις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές ετοίμαζαν ειδικά ψωμιά (κουλούρες), που τα μοίραζαν στην εκκλησία.

Προσφέρονταν στους πιστούς ως τιμή στην Παναγία, το Χριστό και στον εορτάζοντα άγιο. Τον άρρωστο που δεν εύρισκε γιατρειά, τον έφερναν τρεις φορές γύρω από την εκκλησία και ο ιερέας του διάβαζε ειδική ευχή για την περίπτωση. Το ίδιο έκαναν και για την περίπτωση της βασκανίας των ανθρώπων και των ζώων.

Τα θεία πρόσωπα τα τιμούσαν και τα λάτρευαν και στο σπίτι. Δεν υπήρχε σπίτι χωρίς εικόνισμα (εικονοστάσι) με εικόνες της Παναγίας και του Χριστού καθώς και μερικές εικόνες αγίων. Μπροστά στο εικονοστάσι υπήρχε πάντα ένα αναμμένο καντηλάκι, που έκαιε μέρα νύχτα. Μπορεί η έλλειψη λαδιού να ήταν μεγάλη και η οικογένεια να το είχε ανάγκη, όμως για το καντηλάκι πάντα υπήρχε. Η οικογένεια προτιμούσε να το στερηθεί παρά να μείνει σβηστό το εικόνισμα.

Οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής τηρούνταν από όλους.

Δεν έκαναν έκπτωση στις νηστείες. Νήστευαν όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά. Αυστηρότερες ήταν οι νηστείες της Μεγάλης Σαρακοστής και πιο αυστηρή η νηστεία των τριών πρώτων ημερών αυτής (από την Καθαρά Δευτέρα), «το τριομέρι», όπως το αποκαλούσαν. Τα μεγάλα άτομα έμεναν εντελώς νηστικά, έπιναν μόνο λίγο νερό.

Οι βαβές ήταν πολύ αυστηρές με τις νηστείες και δεν τις ξεχνούσαν ποτέ. Αν και οι περισσότερες ήταν τελείως αγράμματες, θυμούνταν ακόμα και πότε επιτρέπονταν η κατάλυση οίνου και ελαίου. Συχνά έκαμαν στο σπίτι αγιασμούς και ευχέλαια για να έχουν την προστασία των Θείων. Στο χωριό μας έφερναν κάθε χρόνο την κάρα του Αγίου Βησσαρίωνα από τη Μονή Δουσίκου και έκαναν ολονύκτιες ακολουθίες. Όσοι αισθάνονταν την ανάγκη και είχαν σοβαρούς λόγους, έπαιρναν τον Άγιο στο σπίτι τους και τον «ξενυχτούσαν» με προσευχές και παρακλήσεις.

Η επίκληση των Θείων γινόταν τακτικά και αυθόρμητα, χωρίς να επηρεάζονται από τον περιβάλλοντα χώρο. Οι εκφράσεις, «Θεούλη μου», «Παναγίτσα μου», «Χριστέ μου», ήταν οι πιο συνηθισμένες. Μερικές φορές είχαμε και την προσθήκη του «αχ» και του «βοήθα με» (βοήθησέ με). Οι επικλήσεις γίνονταν για βοήθεια σε δύσκολες καταστάσεις ή αδιέξοδα, για υγεία προσωπική και οικογενειακή, για προστασία προσφιλών προσώπων, για αντιμετώπιση του φόβου και για ξαφνικά συμβάντα που αναστατώνουν τα άτομα. Περισσότερες επικλήσεις γίνονταν προς την Παναγία, γιατί πίστευαν ότι μόνο αυτή είναι ο ακούραστος βοηθός σε όλες τις περιστάσεις.

 Από το βιβλίο  ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Καθημερινός βίος και πολιτισμός των Καραγκούνηδων (1800 – 2000)

Νικολάου Στεφ. Χιώτη

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like