«1050 χιλιόκυκλοι. Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!»

«1050 χιλιόκυκλοι. Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!»*

 

Το Πολυτεχνείο ζει! Αυτό φωνάζουμε κάθε χρόνο, φέτος όμως δεν θα ακουστούν φωνές. Αλλά το Πολυτεχνείο θα εξακολουθεί να ζει!

Ένα σύνθημα που εδραιώθηκε στη συνείδηση και στη μνήμη ενός λαού για να του θυμίζει ότι το σπουδαίο ιδανικό της ελευθερίας δεν αποκτάται, δεν κληρονομείται  αλλά κατακτιέται μέρα με τη μέρα, με αγώνες, με σκληρή και επίπονη εργασία και άοκνη προσπάθεια. Οι φωνές δεν είναι πάντα απαραίτητες, τα σπουδαία έργα κάποιες φορές δημιουργούνται και στη σιωπή.

Οι ήρωες δεν χρειάζονται φωνές και τυμπανοκρουσίες, πορείες και λάβαρα για να μας υπενθυμίζουν τις πράξεις τους. Εκείνο που χρειάζονται όμως σίγουρα είναι σεβασμός, αναγνώριση και ευγνωμοσύνη. Μια ιστορική μνήμη ζωντανή. Εκείνα για τα οποία αγωνίστηκαν θα μείνουν ζωντανά ακόμα και πίσω από τις κλειστές πόρτες, στους άδειους και ήσυχους δρόμους, στα έρημα και αστόλιστα αγάλματα. Εκείνα τα παιδιά δεν αγωνίστηκαν για την υστεροφημία τους, αλλά για να έχουν το μέλλον που ονειρεύονταν.

Ίσως και εκείνοι εάν είχαν επιλογή τότε να διάλεγαν τον ήσυχο και σιωπηρό αγώνα, αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν, δεν είχαν επιλογές μόνο αδιέξοδα και μονόδρομους που στο τέλος τους έγραφαν μια λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! Εκείνοι έπρεπε να κρεμαστούν στα κάγκελα, να ανέβουν σε ταράτσες, να ενώσουν τις φωνές τους, να οργανώσουν μαραθώνιες πορείες. Και για να πετύχουν επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο. Έπρεπε να μείνουν νηστικοί, να δαρθούν, να βασανιστούν, να βλέπουν τις πληγές τους, να εξοριστούν αλλά και να σβήσουν το φως, να κρυφτούν και να μείνουν μόνοι, όχι για να γλιτώσουν από το κακό αλλά για να σωθούν, να παραμείνουν πολλοί και να συνεχίσουν τον αγώνα.

Έναν αγώνα άνισο αλλά όχι άδικο. Έναν αγώνα προσωπικό αλλά όχι μοναχικό. Έναν αγώνα ψυχρό αλλά όχι σκοτεινό. Έναν αγώνα με πάθος αλλά χωρίς εκδίκηση. Έναν αγώνα με πίστη αλλά χωρίς φόβο. Έναν αγώνα με ουρλιαχτά αλλά χωρίς κλαυθμούς.  Έναν αγώνα φωναχτό αλλά όχι εκκωφαντικό. Έναν αγώνα αδυσώπητο. Έναν αγώνα γενναίο και αλησμόνητο. Έναν αγώνα για όλους!

Φέτος λοιπόν εμείς καλούμαστε να τιμήσουμε αυτόν τον αγώνα αλλιώς. Όχι δεν θα κρίνω τις αποφάσεις κυβερνώντων και μη, πολιτικών, υπευθύνων, ανεύθυνων, αρμοδίων, αναρμοδίων κ.ά. αυτοί έτσι και αλλιώς για μένα δεν είχαν, δεν έχουν και δεν θα έχουν ποτέ δικαίωμα σε αυτή τη γιορτή της ελευθερίας και των άλλων ιδανικών, σε αυτόν τον αγώνα. Όχι γιατί δεν ξέρουν να αγωνίζονται αλλά γιατί δεν γνωρίζουν τον τρόπο να αγωνιστούν για: Έναν αγώνα άνισο αλλά όχι άδικο. Έναν αγώνα προσωπικό αλλά όχι μοναχικό. Έναν αγώνα ψυχρό αλλά όχι σκοτεινό. Έναν αγώνα με πάθος αλλά χωρίς εκδίκηση. Έναν αγώνα με πίστη αλλά χωρίς φόβο.  Έναν αγώνα με ουρλιαχτά αλλά χωρίς κλαυθμούς.  Έναν αγώνα φωναχτό αλλά όχι εκκωφαντικό. Έναν αγώνα αδυσώπητο. Έναν αγώνα γενναίο και αλησμόνητο. Έναν αγώνα για όλους!

Αυτή τη χρονιά λοιπόν όλοι εμείς οι υπόλοιποι ας ησυχάσουμε για να τιμήσουμε και να ακούσουμε τη φωνή εκείνων που γνώριζαν και μπορούσαν να αγωνιστούν όλοι μαζί με μια φωνή, μέσα από «1050 χιλιόκυκλους. Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!»

Γράφει η Ιωάννα Ρωμηού

Ακολουθεί απόσπασμα από το έργο της Κωστούλας Μητροπούλου, Το χρονικό των τριών ημερών

Η νύχτα γέμισε υποσχέσεις. Η νύχτα γέμισε τομές. Κανένας δεν ξέρει πότε και πώς και ως πού θα φτάσει η δύναμη της φωνής στους 1.050 χιλιόκυκλους. Κανένας δεν ξέρει αν θα είναι η ίδια φωνή κι αν το χειροκρότημα θα έρθει αργά, πολύ αργότερα από το κακό.

Ώρα 1.44′ π.μ. Πρόσωπα και μάτια και στόματα σε σχήμα τραγουδιού, παρατάχτηκαν απέναντι ακριβώς από τα τανκς. Αναποφάσιστα τανκς απέναντι σε τόσα μάτια ερωτηματικά και μπροστά σ’ αυτή τη γωνιώδη απορία που σχηματίζει το τραγούδι σ’ ένα πρόσωπο παιδικό.

Αυτό διαρκεί τρία ολόκληρα λεπτά. Μια ολόκληρη εποχή κυκλική και εύηχη.

Ώρα 1.47′ π.μ. Τα γκλομπς, που η ειδησεογραφία της ημέρας θα τα παρουσιάσει στην αυριανή της έκδοση σα «στυλιάρια από κασμάδες», όρμησαν στο χώρο που βρίσκονται κλεισμένα τα παιδιά, σε μήκος κύματος 1.050 χιλιόκυκλων και σε χρόνο μηδέν. Ο χρόνος παραμένει μηδέν όσο διαρκεί αυτή η άκαιρη εισβολή. Έπειτα, σιγά σιγά τα γκλομπς ταυτοποιούνται με τον πανικό και διαχέονται μέσα στο χώρο που δεν τους είναι οικείος και τον κατακτούν βίαια.

Ώρα 1.50′ π.μ. Οι 1.050 χιλιόκυκλοι βουβάθηκαν. Η φωνή βγαίνει από κάπου αλλού. Κάπου μέσα στη νύχτα. Κάπου μέσα στο χρόνο. Λέει σταθερά τούτη η φωνή: «Παιδιά, μην πετάξετε τίποτα εναντίον τους. Να τους υποδεχτείτε με τη φράση: “Αδέρφια μας φαντάροι”».

Ώρα 1.57′ π.μ. Στους 1.050 χιλιόκυκλους, το τραγούδι πολλαπλασιαζόταν. Τώρα, η φωνή που ξανακούστηκε και ανάγγειλε επίσημα τη βλάβη του πομπού, ήτανε μια φωνή μονοδιάστατη. Σκέτη. Μια φωνή έρημη. Λέει: «Μέσα στο χώρο μας μπήκαν τα γκλομπς. Γιατί όχι οι φαντάροι;»

Ώρα 1.58′ π.μ. Σιωπηλά παιδιά και τα φωτίζουν οι προβολείς. Η περιγραφή περισσεύει. Στα χέρια τους κρατάνε αναμμένα φαναράκια ή κάτι σα στυλό. Είναι άοπλα. Παιδιά άοπλα και σωπαίνουν.

Ώρα 2.57′ π.μ. Τρία τανκς ορμάνε μαζί. Το πρώτο, που φαίνεται παράλογα πιο μεγάλο, ρίχνει τη μεγάλη πόρτα με τα κάγκελα. Οι αραιώνουν. Οι άνθρωποι πάντα σε τέτοιες στιγμές ή χάνονται ή μένουν και πολτοποιούνται. Τα παιδιά τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο.

 

* Τίτλος και στίχος ποιήματος της Κωστούλας Μητροπούλου

You may also like