Τα Χρστούγεννα στη λογοτεχνία: Νικόλαος Α. Κοντόπουλος «Τα Χριστούγεννα των ορφανών»

Κοινοποιείστε το άρθρο

Τα Χρστούγεννα στη λογοτεχνία: Νικόλαος Α. Κοντόπουλος «Τα Χριστούγεννα των ορφανών»

 

Ο ξανθός επισκέπτης

Ἡ χρονιὰ τοῦ 1943, ὅπως ὅλες οἱ χρονιὲς τῆς μαύρης Κατοχῆς, ἦταν φριχτή· πείνα, ἀρρώστια καὶ δυστυχία μάστιζαν τὸν τόπο. Ὅ,τι καλὸ εἶχε ὁ τόπος, τὸ ἔπαιρναν οἱ Γερμανοί· καὶ ὅ,τι ἄφηναν ἐκεῖνοι, τὸ ἅρπαζαν οἱ ᾽Ιταλοὶ καὶ οἱ Βούλγαροι.


Μέσα στη γενικὴ αὐτὴ δυστυχία, ὁ Θοδωράκης καὶ ἡ Φανὴ ἦταν ὀρφανὰ ἀπὸ πατέρα· τὸν σκότωσαν οἱ Γερμανοὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ 1943, γιατὶ τὸν ἔπιασαν – ἔλεγαν – σὲ μιὰ σιδηροδρομικὴ γέφυρα μὲ χειροβομβίδες. ῎Ετσι ἔμειναν τὰ δυὸ παιδιὰ μόνα στὸν κόσμο μὲ τὴ μητέρα τους, μόνα καὶ ἀπροστάτευτα. 
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ κυρα – Ἄννα δὲν λύγισε. ῎Εκρυψε στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τὸν πόνο της καὶ ἄρχισε νὰ ξενοδουλεύη, γιὰ νὰ ζήση τὰ παιδάκια της. Καὶ πάλι δὲν πρόφταινε μὲ τὴ μεγάλη ἀκρίβεια, ποὺ ἔδερνε τότε τὴν ῾Ελλάδα.

Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, ἔπεσε καὶ στὸ κρεβάτι μὲ τὰ μεγάλα κρύα τοῦ Δεκεμβρίου. Πέρασε βέβαια τὸ κακό, ἀλλ’ἦρθαν τα Χριστούγεννα καί ἀκόμη ἀδύνατη δὲν μπόρεσε νὰ ἐργαστῆ. Γι’ αὐτὸ ἡ παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων βρῆκε τὸ φτωχικὸ σπιτάκι – ἕνα δωμάτιο ὅλο ὅλο ἔρημο ἀπὸ πατέρα, ἀπροστάτευτο ἀπὸ μητέρα, ἄδειο ἀπ’ ὅ,τι φέρνει τὴ χαρά. Τὰ δύο παιδιὰ – δέκα χρόνων τὸ ἀγόρι, ὀχτὼ ἡ κορούλα – ἔκαναν τὴν προσευχούλα τους καὶ κοιμήθηκαν νηστικά, γιατὶ τὸ λίγο ψωμάκι τοῦ δελτίου τὸ εἶχαν φάγει ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα. Ποιός ξέρει τί ἀχνιστὰ ψωμιὰ νὰ ἔβλεπαν τὰ καημένα στὸν ὕπνο τους!

Ἡ ἄμοιρη μητέρα ἄναψε τὸ καντήλι, γονάτισε κάτω ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα καὶ παρακάλεσε τὴν Παναγία καὶ τὸ θεῖο παιδάκι της, τὸν μικρὸ Χριστούλη, νὰ λυπηθοῦν τὰ ὀρφανά. Πῶς ἦρθαν τὰ φετινὰ Χριστούγεννα! Χωρὶς τὸν ἄντρα της, χωρὶς ψωμάκι, χωρὶς ζεστὸ φαγάκι γιὰ τὰ παιδιά της!… Δάκρυα πλημμύρισαν τὰ μάτια τῆς πονεμένης μητέρας, ποὺ ξέσπασαν σὲ θρῆνο.

Ἀλλ’ ὁ θρνῆνος της ἔφερε κάποιο ἐλάφρωμα καὶ ἔτσι ἀποκοιμήθηκε κι ἐκείνη. ῟Ωρες πέρασαν καὶ ἡ κυρα – ῎Αννα ἦταν βυθισμένη στὸν ὕπνο· κάποτε, σὰν σὲ ὄνειρο, ἄκουσε νὰ χτυποῦν οἱ καμπάνες, ποὺ καλοῦσαν τοὺς χριστιανοὺς στὴ μεγάλη ἑορτή· ὁ ἦχος τους ἔφτανε στ’ αὐτιά της χαρμόσυνος, ἀλλὰ μισοσβημένος. Θέλει νὰ σηκωθῆ,νὰ τρέξη στὴν ἐκκλησία μὲ τὰ ξυπόλητα παιδάκια της, ἀλλὰ δὲν τὰ καταφέρνει νὰ ξυπνήση, σὰν νὰ ἦταν ναρκωμένη. ῾Ο κόπος, ἡ ἀδυναμία καὶ ὁ πόνος τὴν κρατοῦν μὲ ἄλυτα δεσμά.

Σὲ λίγη ὥρα πάλι νόμισε ὅτι χτύπησαν τὴ θύρα· ἦταν ὅμως τόσο βαρὺς ὁ ὕπνος της, ποὺ οὔτε τώρα τὴν ἄφηνε νὰ σηκωθῆ. Κάποιος, πέρασε μέσα ἐλαφρὰ ἐλαφρά, σάν νὰ πατοῦσε στὰ νύχια, νὰ μὴν τοὺς ξυπνήση. Ποιός τάχα νὰ ἦταν ; Ἄνοιξε τὰ μάτια της νὰ δῆ· τῆς φάνηκε ὅτι τὰ ἄνοιξε. Καὶ εἶδε τότε ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἕνας νέος γλυκός, ξανθός, μὲ μάτια γεμάτα συμπάθεια, λέτε καὶ ἦταν ἄγγελος.

῎Εκαμε νὰ φωνάξη, νὰ ρωτήση ποιός ἦταν αὐτὸς μὲ τὴν οὐράνια ὀμορφιά, ἀλλ’ ὁ βαρὺς ὕπνος δὲν τὴν ἄφηνε. Ὁ ἐπισκέπτης προχώρησε δύο τρία βήματα καὶ ἔβαλε ἕνα χάρτινο κιβώτιο, ἕνα μεγάλο κιβώτιο, ἀπάνω στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ.

Ἅπλωσε ἔπειτα στὰ δύο παιδάκια τὰ ἀγγελικά του χέρια, ποὺ εἶχαν στὶς παλάμες κάποια παλιὰ οὐλή. Τὰ χάιδεψε καὶ ἕνα φῶς ζωηρό, ἀλλ’ ἁπαλὸ καὶ γλυκὸ, χύθηκε γύρω καὶ φώτισε σὰν γελαστὸς ἀνοιξιάτικος ἥλιος· τοὺς χαμογέλασε καὶ ἕνα ἄρωμα ἀπὸ ρόδα πλημμύρισε τὸ δωμάτιο.
– Χριστέ μου! εἶπε, σὲ γνώρισα ἀπὸ τὶς θεῖες πληγές Σου ! Καὶ μὲ καρδιὰ πλημμυρισμένη λαχτάρᾳ καὶ πόθο πετάχτηκε νὰ πέση στὰ πόδια του, νὰ τ’ ἀσπαστῆ νὰ τὰ βρέξη μὲ τὰ δάκρυά της.
Ἀλλ’ ὅταν βρέθηκε ὀρθή, ὁ γλυκὸς καὶ ξανθὸς ἐπισκέπτης μὲ τὰ οὐράνια μάτια εἶχε χαθῆ. Τὸ ὄνειρο εἶχε σβήσει· μόνο τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ τρεμόσβηνε στὸ εἰκονοστάσι.

Τὸ χάρτινο κιβώτιο

῎Εκαμε τὸ σταυρό της καὶ ἔπειτα ἔριξε μιὰ ματιὰ στὰ παιδιά της· ἡ ἀναπνοούλα τους ἀκουγόταν ἐλαφρά· κοιμόνταν ἥσυχα ἥσυχα, σὰν σὲ θεῖο παράδεισο, εὐλογημένα ἀπὸ τὰ χέρια μὲ τὶς θεῖες πληγές!

῞Οταν ὅμως τὸ βλέμμα της ἔπεσε στὸ τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ πάνω ἕνα κιβώτιο χάρτινο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἄφησε ὁ θεῖος ἐπισκέπτης. Μὲ ὅλη τὴν ἀδυναμία της ἔτρεξε καὶ τὸ πῆρε στὰ χέρια της· τῆς φάνηκε πολὺ βαρύ. Τὸ ἄνοιξε· ὤ τὸ θαῦμα! χίλια δυὸ καλά.


– Χριστέ μου! Χριστέ μου! εἶπε πάλι. Καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζη μὲ χαρὰ τὰ παιδάκια της :
– Θοδωράκη, Φανή! Ξυπνῆστε! Σηκωθῆτε γρήγορα! Καὶ τὰ ἔπιανε πότε ἀπὸ τὰ πόδια, πότε ἀπὸ τὰ χέρια νὰ ξυπνήσουν. Τὰ δυὸ παιδιὰ ξύπνησαν τέλος ἀπὸ τὸν βαθὺ πρωινὸ  ὕπνο καὶ καθισμένα στὸ κρεβάτι ἔτριβαν τὰ ματάκια τους. Τρομαγμένα ἀπὸ τὸ πρωινὸ ἀγουροξύπνημα ρώτησαν μὲ ἀπορία:
– Γιατί, μανούλα, μᾶς ξύπνησες τόσο πρωί; ᾽Ελάτε, ἐλάτε γρήγορα νὰ δῆτε· τοὺς ἀπάντησε καὶ τοὺς ἔδειξε τὸ κιβώτιο. Τί νὰ δοῦν! ᾽Επάνω ἦταν δύο ζευγαράκια παπούτσια ἀκριβῶς στὸ πόδι τους· ἕνα κοστούμι γιὰ ἀγόρι, ἕνα φορεματάκι ζεστὸ γιὰ κοριτσάκι, ἕνα φόρεμα μάλλινο σὲ πήχεις γυναικεῖο,δύο τόπια πολύχρωμα, μιὰ κούκλα καὶ ἕνας σιδηρόδρομος, σιδηρόδρομος σωστὸς μὲ μηχανή, σκευοφόρο καὶ βαγόνια.

Τὰ παιδιὰ δὲ χόρταιναν νὰ τὰ βλέπουν καὶ τὰ δάχτυλά τους ἄρχισαν νὰ τὰ ψάχνουν. Ἀπὸ κάτω ἦταν καὶ δεύτερος θησαυρός. Κουτιά, κουτιὰ χάρτινα καὶ τενεκεδένια. Ἄλλα εἶχαν κρέας, ἄλλα ψάρια, ἄλλα συμπυκνωμένο γάλα, ἄλλα νωπὸ βούτυρο, ἄλλα φιστίκια, γαλατάκια, ζάχαρη, σοκολάτα, τσάι, καραμέλες, ἀφράτα μπισκότα· ὡς καὶ βόλοι ἦταν μέσα, νὰ παίζουν τὰ παιδιά. Τὰ ὀρφανὰ τὰ ἔχασαν· ποιός τάχα νὰ ἔστειλε τὰ πολύτιμα πράγματα! Καὶ ἔκπληκτα ρώτησαν:

– Ποιός τὰ ἔφερε αὐτά, μητέρα;
Ὁ καλὸς Χριστός! Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου!
῾Ο Θοδωράκης ἀνυπόμονος πῆρε τὸ κοστούμι καὶ ἄρχισε νὰ τὸ ἐρευνᾶ. Σὲ μιὰ τσέπη βρῆκε ἕνα φάκελο.
– Μανούλα, κοίταξε ἐδῶ, ἕνα γράμμα· εἶπε καὶ τὸ ἔδωσε στὴ μητέρα του. Τὸ ἄνοιξαν·εἶχε μέσα ἕνα χαρτονόμισμα τῶν 10 δολλαρίων καὶ ἕνα σημείωμα ἑλληνικὰ γραμμένο: «Μιὰ οἰκογένεια ἀπὸ τὸν Καναδὰ στέλνει τὸ μικρὸ αὐτὸ δῶρο σὲ μία ῾Ελληνίδα μητέρα καὶ στὰ παιδάκια της».

Τὴν ὥρα ἐκείνη – εἶχε βγῆ πιὰ ὁ ἥλιος – ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ σπιτιοῦ καὶ μπῆκε μέσα ἡ κυρία Χαρίκλεια, ἀδερφὴ τοῦ ᾽Ερυθροῦ Σταυροῦ καὶ γνωστὴ κυρία τοῦ Φιλόπτωχου Ταμείου τῆς ἐνορίας. Γύριζε ἀπὸ τὴ λειτουργία καὶ πέρασε νὰ πῆ στὴν κυρα – ῎Αννα γιὰ τὸ δέμα, ποὺ εἶχε ἀφήσει περνώντας. Τὸ ἔστελνε ὁ ᾽Ερυθρὸς Σταυρός, ποὺ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φροντίζει γιὰ τοὺς δυστυχισμένους ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε, γιὰ νὰ μὴν ταράξη τὴν προσευχή τους.

Γονατισμένοι, μητέρα καὶ ὀρφανά, ἐμπρὸς στὰ εἰκονίσματα εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεῖο Παιδάκι, ποὺ γεννήθηκε τὴ μέρα ἐκείνη, γιὰ νὰ φέρη στὸ κόσμο τὴν παρηγοριά, τὴν ἀγάπη, τὴν καλοσύνη. Τὸ παρακαλοῦσαν ἀκόμη νὰ προστατεύη τὴν ἄγνωστη καὶ μακρινὴ ἐκείνη οἰκογένεια μὲ τὴ γενναία χριστιανικὴ καρδιά. Θερμὰ δάκρυα, ποὺ ἔλαμπαν σὰν διαμάντια, κατέβαιναν ἀπὸ τὰ μάτια τους!

Νικόλαος Α. Κοντόπουλος από το Ἀναγνωστικόν, του 1956 της Ε΄ τάξης Δημοτικού 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο

You may also like